search icon

Οικονομία

Επιφυλάξεις αντισυνταγματικότητας για το νέο φορολογικό

Ανατροπές στο νέο καθεστώς φορολόγησης των μισθωτών και συνταξιούχων, ακόμα και μετά την ψήφιση του νέου φορολογικού νόμου, φαίνεται να κρύβουν οι απανωτές αλλαγές που επιφέρουν οι τροπολογίες της τελευταίας στιγμής, τις οποίες κατέθεσε χθες στη Βουλή ο υπουργός Οικονομικών Γιάννης Στουρνάρας.

Του Κωστή Πλάντζου

Ανατροπές στο νέο καθεστώς φορολόγησης των μισθωτών και συνταξιούχων, ακόμα και μετά την ψήφιση του νέου φορολογικού νόμου, φαίνεται να κρύβουν οι απανωτές αλλαγές που επιφέρουν οι τροπολογίες της τελευταίας στιγμής, τις οποίες κατέθεσε χθες στη Βουλή ο υπουργός Οικονομικών Γιάννης Στουρνάρας.

Μέσα από ένα ατελείωτο «ράβε-ξήλωνε» στις διατάξεις, ενδέχεται να αλλάζει άρδην την βάση και τον τρόπο υπολογισμού του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων.

Το φορολογικό νομοσχέδιο, όπως κατατέθηκε αρχικά στη Βουλή, όριζε ως βάση υπολογισμού του φόρου εισοδήματος για μισθωτούς και συνταξιούχους, το “δηλωθέν” εισόδημα ή το “τεκμαρτό”. Επαναλάμβανε δηλαδή το «μοντέλο» φορολόγησης που διαχρονικά προέβλεπε ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος για τα φυσικά πρόσωπα, τον οποίο ο νέος νόμος αντικαθιστά.

Ωστόσο, στην τροπολογία που ήρθε τελικά χθες, διαγράφονται από τον ορισμό οι λέξεις «ή αυτό που προκύπτει με βάση τις αντικειμενικές δαπάνες και υπηρεσίες και δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων του φορολογουμένου» και απομένει  η φράση «το δηλωθέν εισόδημα από μισθούς, συντάξεις και μισθούς με την έκδοση τιμολογίου ή παροχής υπηρεσιών υποβάλλεται σε φόρο». Μοιάζει δηλαδή να καταργεί τις αντικειμενικές δαπάνες («τεκμήρια») ως τρόπο υπολογισμού του φορολογητέου εισοδήματος.

Την ίδια στιγμή όμως, με άλλη τροπολογία, διαγράφεται και η λέξη «δηλωθέν» από τον αρχικό ορισμό του νομοσχεδίου για το φορολογητέο εισόδημα μισθωτών και συνταξιούχων.

Είναι προφανές όμως ότι ο φόρος επιβάλλεται αφού πρώτα «δηλωθεί» το εισόδημα. Άρα το «δηλωθέν» μπορούσε να θεωρηθεί ως περιττός πλεονασμός, αφού δεν αντιδιαστέλλεται ούτε συνυπολογίζεται (διαζευκτικά ή αθροιστικά) με το «τεκμαρτό» που προκύπτει από τις δαπάνες του φορολογουμένου.

Από το υπουργείο Οικονομικών δεν δόθηκε καμία διευκρίνιση, αν και ζητήθηκε, για τους λόγους που υποκρύπτονται πίσω από τις αλλαγές αυτές σε μια ουσιαστικά «παγιωμένη» διάταξη.

Αν και η ερμηνεία παραπέμπεται στην έκδοση σχετικής διευκρινιστικής εγκυκλίου από τον υπουργό Οικονομικών, τις επόμενες μέρες μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου, στελέχη του υπουργείου διατύπωναν την άποψη πως ήταν αναγκαίο να απαλειφθεί η φράση «ή αυτό (το εισόδημα) που προκύπτει με βάση τις αντικειμενικές δαπάνες…», για να μην ανοίξει «κερκόπορτα» εκ μέρους μερίδας επιτηδευματιών που θα ήθελαν να φορολογηθούν σαν μισθωτοί (που τυγχάνουν και έκπτωσης φόρου έως 2.100 ευρώ). Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, το υπουργείο υποχρεώθηκε σε αναδίπλωση επειδή κάποιοι επιτηδευματίες θα μπορούσαν να «χαμηλώσουν» τεχνητά τα δηλούμενα κέρδη τους, ώστε να τους «πιάσουν» τα τεκμήρια και να υπαχθούν στην κλίμακα φόρου μισθωτών, αφού για την φορολόγηση των εισοδημάτων από ελευθέρια ή αγροτικά επαγγέλματα -καθώς και από την εκμετάλλευση περιουσίας όπως ενοίκια ή από κινητές αξίες κλπ- δεν προβλέπεται ρητά η επιβολή τεκμηρίων και τυχόν εφαρμογή τους, φαίνεται να «οδηγεί» αυτομάτως στην κλίμακα των μισθωτών.

Exit mobile version