Είναι ασφαλείς οι καταθέσεις στην Ελλάδα ή μετά το “κούρεμα” της Κύπρου, το οποίο σε πρώτη φάση λέγεται ότι θα φτάνει το 35%, κινδυνεύουν και οι Έλληνες καταθέτες από ένα “κούρεμα” τους προσεχείς μήνες; Το ερώτημα φαντάζει επιτακτικό, καθώς, οι στόχοι για τα δημοσιονομικά της χώρας είναι αμφίβολο εάν θα επιτευχθούν και η τρόικα αναμένεται να γίνει πιεστικότερη άμεσα σε σχέση με τις απολύσεις.
Εξάλλου, ο κορυφαίος Αμερικανός διαχειριστής κεφαλαίων, Μαρκ Φάμπερ, που έχει προβλέψει την τελευταία άνοδο του αμερικανικού χρηματιστηρίου, δηλώνει σήμερα “Μέχρι τώρα, στις διασώσεις, το βάρος έπεφτε στους φορολογουμένους. Τώρα, σε όποια τράπεζα κι αν έχεις τα λεφτά σου, θα πρέπει να περιμένεις ότι μπορεί μια πολιτική ηγεσία να έρθει και να σου πάρει το 20-30%”.
Την ίδια στιγμή, η ασάφεια που υπάρχει σε ευρωπαϊκό επίπεδο για το “μέλλον” των καταθέσεων δεν ξεκαθαρίζει το τι θα ισχύσει για το θέμα που τόσο ο επικεφαλής του Εurogroup, Γ. Ντάισελμπλουμ, άνοιξε, όσο και ο Επίτροπος Μπαρνιέ επανέφερε. Πάντως, χθες για πρώτη φορά ήρθε μια καθησυχαστική δήλωση από πλευράς Γερμανίας και, συγκεκριμένα, από τον εκπρόσωπο της Καγκελαρίου Μέρκελ, Στ. Ζάιμπερτ, ο οποίος, τηρώντας αποστάσεις από τις δηλώσεις του επικεφαλής του Eurogroup, δήλωσε ότι το τέλος που πρόκειται να επιβληθεί στις μεγάλες καταθέσεις σε τράπεζες της Κύπρου είναι μια κίνηση που γίνεται εφάπαξ και δεν πρόκειται να αποτελέσει υπόδειγμα, ούτε να επαναληφθεί σε οποιαδήποτε άλλη χώρα.
“Η Κύπρος είναι μια μοναδική περίπτωση”, είπε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι δεν πρόκειται να αποτελέσει προηγούμενο για προγράμματα βοήθειας προς άλλες χώρες.
“Δεν λειτουργεί στην Ευρώπη η αυτόματη μεταφορά κανόνων από την μία χώρα στην άλλη”, επισήμανε.
Καθησυχαστικός στις δηλώσεις του και ο εκπρόσωπος του Επιτρόπου και αντιπροέδρου της Κομισιόν, Όλι Ρεν. Ο Σάιμον Ο’ Κόνορ τόνισε ότι “υπάρχουν σαφείς και σημαντικές διαφορές ανάμεσα στην κατάσταση στην Ελλάδα και στην αντίστοιχη της Κύπρου. Κυρίως η ελληνική κρίση δεν προήλθε από τον τραπεζικό τομέα της χώρας, ο οποίος είναι πολύ μικρότερος σε σχέση με το ΑΕΠ, από τον κυπριακό”. Παρέπεμψε δε στα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με τα οποία το ενεργητικό των ελληνικών τραπεζών αντιπροσωπεύει το 212% του ΑΕΠ της χώρας μας, έναντι 703% του ΑΕΠ στην Κύπρο. Όπως σημείωσε, καθ’ όλη τη διάρκεια της αναδιάρθρωσης του ελληνκού τραπεζικού συστήματος, “το σύνολο των καταθέσεων ήταν διαθέσιμο στους πελάτες. Η αρχή αυτή θα ακολουθηθεί και στο μέλλον”.
Χθες, το πρακτορείο Bloomberg έφερε στη δημοσιότητα εσωτερικό έγγραφο του Euro Working Group, με το οποίο ξεκαθαρίζεται ότι η λύση της Κύπρου δεν θα αποτελέσει πρότυπο – μοντέλο για άλλες προβληματικές περιπτώσεις. Επί της ουσίας, όμως, έχει ανοίξει το ζήτημα για την ασφάλεια των καταθέσεων, καθώς αυτό που είναι αποδεκτό από όλους, μετά τη λύση της Κύπρου, είναι ότι ασφαλισμένες και ασφαλείς θεωρούνται οι καταθέσεις μέχρι 100 χιλ. ευρώ. χωρίς, ωστόσο, να έχει αποσαφηνιστεί θεσμικά εάν αυτό θα ισχύει ανά καταθέτη ή ανά κατάθεση (ανάλογα δηλ. με τον αριθμό συνδικαιούχων σε κάθε λογαριασμό).
Εάν ισχύσει μια τέτοια κατεύθυνση, θα υπάρξει φυγή καταθέσεων από τις περιφερειακές χώρες προς τις χώρες του πυρήνα και, κυρίως, τη Γερμανία, όπου, όπως όμως δείχνουν τα γκάλοπ, ούτε οι Γερμανοί καταθέτες αισθάνονται πλέον σίγουροι.
Παράλληλα, αναμένεται να υπάρξει φυγή κεφαλαίων από το ευρώ προς το δολάριο, κυρίως, και, δευτερευόντως, άλλα νομίσματα. Μεγάλο μέρος, εξάλλου, του smart money διαβλέπει άνοδο του δολαρίου, έναντι του ευρώ και η ίδια η Deutsche Bank μιλά για σχέση 1,15 ευρώ / δολάριο, το 2015. Εξάλλου, το κοινό νόμισμα διακυμάινεται στα όρια του 1,28 έναντι του δολαρίου.
Το ευρώ ενδέχεται να κλονιστεί ως αποθεματικό νόμισμα που είναι άλλωστε και ένας βασικός στόχος της Ευρωζώνης.
Ακόμα και για χώρες όπως η Ολλανδία θα είναι αμφίβολη η αξιοπιστία της ως προς τα κεφάλαια, καθώς αφενός υπήρξε τράπεζα που χρεοκόπησε, αφετέρου και η Goldman Sachs έχει αμφισβητήσει την πορεία της ολλανδικής οικονομίας μετά το “φούσκωμα” των ακινήτων πρόσφατα.
Πότε κινδυνεύουν οι καταθέτες;
Σύμφωνα με τα νέα δεδομένα, οι καταθέτες κινδυνεύουν όταν μια χώρα χρειάζεται βοήθεια χρηματοδότησης και δεν μπορεί να δανειστεί από τις αγορές, οπότε ενδεχομένως να χρειαστεί να καταφύγει σε φορολόγηση – “κούρεμα” των θεωρητικά μεγαλοκαταθετών πάνω από 100.000 ευρώ.
Επίσης, αυτό προεξοφλεί ότι θα υπάρχει μεγαλύτερη αυστηρότητα και στις διασώσεις προβληματικών τραπεζών σε σχέση με την ευκολία που ίσχυε μέχρι τώρα, τουλάχιστον από την κρίση του 2008 και εντεύθεν.
Το νέο επιχείρημα αφορά το στοιχείο ότι οι φορολογούμενοι δεν θα παίρνουν επάνω τους το βάρος της διάσωσης οικονομιών, όμως, στην περίπτωση της Κύπρου αυτό αποδεικνύεται άστοχο, καθώς οι φορολογούμενοι πολίτες είναι εκείνοι που, εξαιτίας της μεγάλης ύφεσης που θα ακολουθήσει και της αύξησης της ανεργίας, θα υποστούν τα πάνδεινα. Το ζήτημα αυτό έχει να κάνει περισσότερο με τους φορολογουμένους των χωρών του πυρήνα της Ευρωζώνης, οι οποίοι, κατ’ ουσίαν, απαλλάσσονται από τη συμμετοχή σε πακέτα διάσωσης, όπως συνέβη με την Ελλάδα.
Αυτό, όμως, μπορεί τελικά να βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια των κυβερνήσεων των προβληματικών χωρών που αποφασίζουν τους τρόπους διάσωσης, διότι η επιβολή “κουρέματος” καταθέσεων, για παράδειγμα στην Ελλάδα, θα συνοδευόταν από το αντίθετο αποτέλεσμα που επιδιώκει η εθνική οικονομία τους τελευταίους μήνες, δηλαδή την επιστροφή των καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες.
Μοιραία, αυτό θα οδηγούσε σε περιοριστικά μέτρα στη διακίνηση κεφαλαίων, αλλά και στην πλήρη ανατροπή αναχρηματοδότησης της οικονομίας, με οριστικό “βύθισμα” της χώρας.
Είναι οι ελληνικές τράπεζες σε κατάσταση που μπορούν να αποφύγουν το κυπριακό σύνδρομο;
Όπως υποστηρίζουν διεθνείς αναλυτές, οι ελληνικές τράπεζες, στην παρούσα φάση διαθέτουν σημαντικά περιθώρια ασφαλείας, καθώς ολοκληρώνεται η ανακεφαλαιοποίησή τους με χρηματοδότηση 50 δισ. του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης. Αυτό ανεβάζει τον δείκτη της κεφαλαιακής τους επάρκειας στα επίπεδα του 9% που απαιτείται για να είναι εκτός συστημικού κινδύνου, ενώ, για τις κυπριακές, οι δείκτες βρίσκονταν χαμηλότερα του 5%.
Παράλληλα, έχει μειωθεί σημαντικά η εξάρτηση των ελληνικών τραπεζών από τον ειδικό μηχανισμό υποστήριξης της ΕΚΤ, τον ELA, που διαθέτει κόστος χρηματοδότησης υψηλότερο του 3%, σε 21,2 δισ. ευρώ στο τέλος Φεβρουαρίου, έναντι 70 δισ. στο τέλος του 2012.
Επίσης, η συνολική εξάρτηση των ελληνικών τραπεζών από την ΕΚΤ έπεσε κάτω από 100 εκατ. ευρώ στα 97,4 δισ. στο τέλος Φεβρουαρίου. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι οι βαθμοί ρίσκου των ελληνικών τραπεζών μειώνονται σημαντικά.
Η τωρινή συνολική έκθεση στον ELA είναι 21,2 δισ. ευρώ, ενώ ήταν 9 δισ. μόνο για τη Λαϊκή στην περίπτωση της Κύπρου. Δυσανάλογα, δηλαδή, μεγάλη σε σχέση με το μέγεθός της. Κατά συνέπεια, οι ελληνικές τράπεζες παρουσιάζουν μεγάλους βαθμούς ασφαλείας, τουλάχιστον για έναν χρονικό ορίζοντα 12 μηνών, αφού η ίδια η γερμανική πλευρά έχει διοχετεύσει 50 δισ. ευρώ από τον μηχανισμό στήριξης. Το ρίσκο γι’ αυτές έγκειται στο να παραμείνει η οικονομία σε μακροχρόνια ύφεση και, κατ’ επέκταση, τα κεφάλαια της ανακεφαλαιοποίησης να αποδειχθούν μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα ανεπαρκή, καθώς τα “κόκκινα” δάνεια θα εκτοξευθούν. Όμως, το “πράσινο φως” της ευρωπαϊκής ηγεσίας, αλλά και της ΕΚΤ να διασωθούν τα κυπριακά υποκαταστήματα κατά την πρόσφατη κρίση της Κύπρου από τις ελληνικές τράπεζες, αποδεικνύει ότι υπάρχει ευρωπαϊκή βούληση να καταστεί το ελληνικό τραπεζικό σύστημα ασφαλές “λιμάνι” απέναντι σε μια αναταραχή που έλαβε χώρα δίπλα στην πόρτα μας.
Ακόμα και μια μεταφορά κεφαλαίων από το ευρώ στη στερλίνα θα πρέπει να λάβει υπόψιν τις βραχυπρόθεσμες προοπτικές πτώσης της στερλίνας, αλλά και το γεγονός ότι, σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα της Βρετανίας, οι βρετανικές τράπεζες έχουν έλλειμμα κεφαλαίου ύψους 25 δισ. στερλινών.
Σε γενικές γραμμές, για έναν καταθέτη έχει σημασία σε ποια τράπεζα τοποθετεί τα κεφάλαιά του και σε ποια οικονομία ανήκει αυτή η τράπεζα. Ο βαθμός ασφαλείας δηλαδή, εξαρτάται από την ποιότητα του τραπεζικού ιδρύματος, αλλά και τη βάση της οικονομίας. Ασφαλής τράπεζα θα μπορούσε να χαρακτηριστέι για παράδειγμα, αυτή τη στιγμή, η αμερικανική JP Morgan. Σημειώνουμε ότι ακόμα και σε μια υπερασφαλή χώρα, όπως η Γερμανία, έχουν υπάρξει πολλά ζητήματα γύρω από την κεφαλαιακή βάση της Deutsche Bank, ενώ η Commerzbank, μετά από ζημιογόνα χρήση, προχώρησε σε αύξηση κεφαλαίου. Αντίστοιχα ερωτήματα διατυπώνονται για τα βασικά δεδομένα της γαλλικής οικονομίας, κατά συνέπεια, όσο ασφαλείς κι αν θεωρούνται σήμερα οι γαλλικές τράπεζες, μπορούν να βρεθούν αδύνατα σημεία και γι’ αυτές.
Επίσης, για παρα πολλές περιφερειακές τράπεζες της Ευρωζώνης, θα διατυπωθούν πολλές επιφυλάξεις στην αξιολόγησή τους, εν αναμονή κουρεμάτων σε τραπεζικά ομόλογα. Οι τράπεζες είναι άμεσα συνδεδεμένες με την πορεία των κρατικών ομολόγων.
Σε γενικές γραμμές, για έναν καταθέτη έχει σημασία σε ποια τράπεζα τοποθετεί τα κεφάλαιά του και σε ποια οικονομία ανήκει αυτή η τράπεζα. Ο βαθμός ασφαλείας δηλαδή, εξαρτάται από την ποιότητα του τραπεζικού ιδρύματος, αλλά και τη βάση της οικονομίας. Ασφαλής τράπεζα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί για παράδειγμα, αυτή τη στιγμή, η αμερικανική JP Morgan. Σημειώνουμε ότι, ακόμα και σε μια υπερασφαλή χώρα, όπως η Γερμανία, έχουν υπάρξει πολλά ζητήματα γύρω από την κεφαλαιακή βάση της Deutsche Bank, ενώ η Commerzbank, μετά από ζημιογόνα χρήση, προχώρησε σε αύξηση κεφαλαίου. Αντίστοιχα ερωτήματα διατυπώνονται για τα βασικά δεδομένα της γαλλικής οικονομίας. Κατά συνέπεια, όσο ασφαλείς κι αν θεωρούνται σήμερα οι γαλλικές τράπεζες, μπορούν να βρεθούν αδύνατα σημεία και γι’ αυτές.
Επίσης, για παρα πολλές περιφερειακές τράπεζες της Ευρωζώνης, θα διατυπωθούν πολλές επιφυλάξεις στην αξιολόγησή τους, εν αναμονή κουρεμάτων σε τραπεζικά ομόλογα. Οι τράπεζες είναι άμεσα συνδεδεμένες με την πορεία των κρατικών ομολόγων κάθε χώρας. Τις τελευταίες ημέρες βλέπουμε ότι τα κρατικά ομόλογα χωρών, όπως η Ιταλία που ακόμα δεν έχει κυβέρνηση και της Ισπανίας, των οποίων η πορεία είχε βελτιωθεί τους τελευταίους μήνες, δεν παρουσίασαν σημαντικές μεταβολές μετά την κυπριακή κρίση. Αυτός άλλωστε ήταν και ο στόχος των Γερμανών. Εν προκειμένω όμως, πόσο ασφαλής μπορεί να θεωρηθεί ακόμα και τώρα μια ιταλική τράπεζα, έναντι μιας ελληνικής, όταν ο ίδιος ο Μπερλουσκόνι έχει κάνει λόγο ακόμα και για έξοδο της Ιταλίας από το ευρώ και δεν έχει καταφέρει να σχηματιστεί κυβέρνηση;
Κατά συνέπεια, τα νέα δεδομένα δείχνουν ότι οι καταθέτες θα πρέπει να παραμένουν σε εγρήγορση, να παρακολουθούν τις εξελίξεις και τις αξιολογήσεις χωρών, οικονομιών και τραπεζικών ιδρυμάτων. Δεν έιναι άλλωστε μακριά η εποχή κατά την αμερικανική κρίση του 2008, όταν εφοπλιτικά κεφα΄λαια έμπαιναν στην Εθνική Τράπεζα και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ενλω, παράλληλα, βρίσκονταν στο χείλος της χρεοκοπίας η Citi, η JP Morgan και η Morgan Stanley.
Π. Μπουσ.