Eνώ το Ελληνικό Χρηματιστήριο δείχνει ότι τα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια επιστρέφουν, υπολογίζοντας ότι η ελληνική οικονομία με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θα βγει στην επιφάνεια, δύο παράμετροι είναι αποφασιστικής σημασίας για τις προσδοκίες.
Πρώτον, τι τελικά πρεσβεύει ο Αλέξης Τσίπρας ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και διεκδικητής του πρωθυπουργικού θώκου. Δεύτερον, η υπόθεση των καταθέσεων, όπου με τις αποφάσεις του Eurogroup το πλαίσιο, αντί να ξεκαθαρίζει, γίνεται ακόμη πιο σύνθετο. Ας ξεκινήσει όμως κανείς από όσα δείχνει να πρεσβεύει ο Αλέξης Τσίπρας, έπειτα από μια συνέντευξη καθολικής ανατροπής όσων εφαρμόζονται σήμερα. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, λοιπόν, όχι μόνο άφησε ανοικτό το σενάριο εξόδου από το ευρώ, σε μια επικείμενη σύγκρουση με τους Γερμανούς, αλλά ακύρωσε και την πολιτική των αποκρατικοποιήσεων, ενώ μίλησε και για πιθανές διευθετήσεις στο χρέος, για όσο η χώρα θα βρίσκεται σε ύφεση. Προκάλεσε, επίσης, εντύπωση η άνεση με την οποία μίλησε για το γεωπολιτικό ρίσκο, τη στιγμή που μόλις την προηγούμενη Κυριακή ο Αχμέτ Νταβούτογλου ζήτησε θρασύτατα από τον Κέρι να του δώσει λύση-πυρκαγιά για το Κυπριακό, την ώρα που η Κυπριακή Δημοκρατία είναι στο καναβάτσο.
Ξεκινώντας από τη διαπραγμάτευση με τους Γερμανούς, είναι βέβαιο ότι η σύγκρουση μαζί τους δεν θα είναι αναίμακτη. Γιατί οι Γερμανοί κινούνται υστερικά και, με βάση μόνο τα αποκαλυπτόμενα εσωτερικά προβλήματα του δικού τους χρηματοοικονομικού συστήματος, δείχνουν επικίνδυνα αυταρχικά χαρακτηριστικά σε τομείς όπως ακόμα και οι καταθέσεις. Ο δε Σόιμπλε δεν δείχνει διατεθειμένος ούτε να ακούσει τις παραινέσεις των Αμερικανών υπουργών. Τι θα έπρεπε να περιέχει, κατά τη γνώμη μας, μια πιο συνετή άποψη; Να εξεταστεί σε συνεργασία με τους Γερμανούς το ελληνικό νομισματικό πρόβλημα, που μπορεί, για παράδειγμα, να περιέχει τη χρήση άλλου νομίσματος για τις εσωτερικές συναλλαγές σε περίπτωση που δεν θα υπάρξει συμφωνία για το μνημόνιο. Αυτό, όμως, απαιτεί χρόνο και προετοιμασία για συντεταγμένες κινήσεις που σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να είναι μονομερείς. Θέσεις που έχει διατυπώσει ο Παναγιώτης Λαφαζάνης και τις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει πια στο σύνολό του να ξεκαθαρίσει, διατυπώνοντας ολοκληρωμένες μεθοδολογίες. Αλλιώς τι πρέπει να σκέφτονται αυτοί που θα επενδύσουν ή επενδύουν σήμερα στην Ελλάδα; Οτι μπορεί να έρθει ο ΣΥΡΙΖΑ και ξαφνικά να βγάλει τη χώρα από το ευρώ; Μπορεί έτσι να γίνει η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών; Αυτό το επίπλαστο πριν από έναν χρόνο δίλημμα, με το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε τις εκλογές, είναι άγνωστο γιατί ο αρχηγός του το επανέφερε τόσο άκομψα – ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι οικονομολόγοι του έχουν δώσει εξετάσεις με επιτυχία.
Για παράδειγμα, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος σημείωσε τις τελευταίες ημέρες ότι η επανακεφαλαιοποίηση της Εθνικής στο ΤΧΣ δεν μπορεί να είναι το ζητούμενο. Γιατί θα πουληθεί όσο όσο, ποιος ξέρει με ποια κριτήρια από την τρόικα και από κει και πέρα το σύνολο των δανειοληπτών θα βρεθεί στα νύχια διοικήσεων, όπως της αποτυχημένης Credit Agricole, άγνωστο με ποιες συνέπειες χρεοκοπιών και ύφεσης.
Ο κ. Τσίπρας, όμως, δεν συζητά ούτε για τις αποκρατικοποιήσεις, στοιχείο το οποίο μπορεί να έχει κάποια επιχειρήματα όμως στο σύνολό του δεν κάνει καλό σε μια οικονομία την οποία βύθισαν αρχικά ο κρατισμός και στη συνέχεια βέβαια η τρόικα και η υπερφορολόγηση. Με όλα αυτά είναι προφανές ότι σχέδιο ΣΥΡΙΖΑ για ρεαλιστική συνέχεια προγράμματος, που με τόσον κόπο εκτελείται, δεν υπάρχει. Και μάλιστα έπειτα από ένα χρόνο βασιλείας, όταν πρωτοκλασάτα στελέχη του συμφωνούσαν από καιρό ότι θα πρέπει να διατυπωθούν ρεαλιστικές και τεκμηριωμένες προτάσεις για την οικονομία την άνοιξη. Πάμε στο ζήτημα των καταθέσεων. Κάποιοι που έχετε βγάλει τα λεφτά σας στο εξωτερικό θα κλάψετε μια μέρα με μαύρο δάκρυ όπως συνέβη και με τους εξυπνάκηδες της Κύπρου. Η HSBC, που δεν υπόκειται στην τρέλα του Σόιμπλε, αλλά είναι κορυφαίος χρηματοοικονομικός παγκόσμιος όμιλος, ανέφερε ότι οι καταθέσεις είναι καλυμμένες στην Ελλάδα στο 50% -από τα κορυφαία ποσοστά στην Ευρώπη- ενώ το αντίστοιχο ποσοστό της Γερμανίας είναι 46%. Σημείωσε ακόμα ότι η Alpha Bank είναι κορυφαία στην Ευρώπη, μαζί με την ING και τη Rabobank, στην πρώτη γραμμή άμυνας έναντι ζημιών, λόγω των ομολογιακών της τίτλων, που θα «κουρευτούν» πρώτοι, ενώ η Deutsche Bank από την πλευρά της έχει από τις χειρότερες -τουλάχιστον από τεχνικής πλευράς- προϋποθέσεις.
Η Alpha έχει κάλυψη 36% επί του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων της και εξ αυτού προκύπτει ότι είναι από τις τράπεζες με τη μεγαλύτερη προστασία για τις ανασφάλιστες καταθέσεις, ενώ η Deutsche διαθέτει αντίστοιχα μόλις 8%. Βέβαια η Deutsche Bank είναι Deutsche Bank, αλλά ποιος μπορεί έπειτα από όλα αυτά να εμπιστεύεται με τυφλά μάτια ένα σύστημα που είναι άγνωστο τι κρυμμένες ζημίες μπορεί να έχει στις περιφερειακές του τράπεζες, όπως επίσης και στα ναυτιλιακά του δάνεια; Πρόσφατα δεν ήταν που έκανε αύξηση η Commerzbank και σε κάθε περίπτωση το 2008 δεν χρειάστηκε το απίστευτο ποσόν των 150 δισ. ευρώ για να σωθεί η Hypo; Εχουν κλείσει όλες αυτές οι τρύπες των παραγώγων των γερμανικών τραπεζών;
Ολα αυτά δείχνουν ότι οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες μεγαλώνουν. Είμαστε σε πολύ αδύναμη θέση και αναγκαζόμαστε να δεχόμαστε πολλά. Φαίνεται τελικά ότι η λύση του 2010 έπρεπε να ήταν άλλη, αλλά είχε δειλούς πολιτικούς και άσχετους τεχνοκράτες. Το ζήτημα είναι πού πάμε τώρα και αυτό μπορεί να κρίνεται μέρα με τη μέρα. Είναι προφανές ότι είναι και θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο για το πολιτικό και οικονομικό επιτελείο να σταθμίσουν και να υλοποιήσουν τις αποφάσεις που θα οδηγήσουν στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Αυτό όμως είναι και το ζητούμενο.