Tην ανάγκη για διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και για πρωτογενή πλεονάσματα που είναι μη αναστρέψιμα, τονίζει στην εβδομαδιαία ανάλυσή της η Alpha Bank.
Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει, η δημοσιονομική πειθαρχία μετά από πολλά χρόνια επώδυνων προσαρμογών οδηγεί την χώρα από εφέτος σταθερά στην πορεία επίτευξης πρωτογενούς πλεονάσματος. Πρωτογενές πλεόνασμα υπάρχει όταν τα φορολογικά έσοδα υπερκαλύπτουν τα λειτουργικά έξοδα του κράτους, αφήνοντας περίσσευμα για να πληρωθεί και ένα μέρος των τόκων του δημοσίου χρέους. Εάν το πρωτογενές πλεόνασμα ισούται με τις πληρωμές τόκων, τότε έχουμε μηδενικό συνολικό έλλειμμα στον προϋπολογισμό, που σημαίνει ότι δεν χρειαζόμαστε καθαρό νέο δανεισμό.
Στην περίπτωση αυτή, δανειζόμαστε μόνο τα χρεολύσια που λήγουν, αφήνοντας το χρέος αμετάβλητο σε απόλυτο ποσό. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, όμως, το χρέος θα αρχίσει να αποκλιμακώνεται, εάν η οικονομία αναπτύσσεται και το ΑΕΠ μεγαλώνει. Συνεπώς, όσο μεγαλύτερο είναι το πρωτογενές πλεόνασμα, τόσο μικρότερες είναι οι ανάγκες δανεισμού για τοκοχρεολύσια.
Στην σημερινή συγκυρία, η χώρα δεν μπορεί να δανεισθεί στις αγορές. Η χρηματοδότηση του κράτους, για να καλυφθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα και τα χρεολύσια, γίνεται από τις άλλες χώρες της Ζώνης του Ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην βάση ενός προγράμματος περικοπών των ελλειμμάτων ώστε να μπορέσει η χώρα να σταθεί στα πόδια της και να μην χρειάζεται την κοινοτική αλληλεγγύη.
Έχουν γίνει μέχρι σήμερα πολλές παρεμβάσεις διαγραφής, επιμήκυνσης και ελάφρυνσης του χρέους και των αναγκών εξυπηρέτησης του, έτσι ώστε τα χρεολύσια και οι τόκοι, μέχρι το 2047 να μην υπερβαίνουν κατά μέσο όρο τα €12-14 δισ., ποσό που είναι σχετικά μικρό και που άνετα μπορεί να δανείζεται η χώρα.
Για να εμπιστευθούν, όμως, και πάλι τα χρήματα τους οι επενδυτές στο ελληνικό δημόσιο αγοράζοντας κρατικά ομόλογα, θα πρέπει να υπάρχει πειθαρχημένη δημοσιονομική διαχείριση στην Ελλάδα, να έχουμε δηλαδή πρωτογενή πλεονάσματα που είναι μη αναστρέψιμα.
Εάν, λοιπόν, στην σημερινή συγκυρία, που δεν έχει αποκατασταθεί ακόμη η εμπιστοσύνη, εμείς αρχίσουμε να μοιράζουμε το πρωτογενές πλεόνασμα, που μόλις εφέτος άρχισε να δημιουργείται και που πρέπει να συνεχίσει να αυξάνει φτάνοντας τα €9 δισ. μέχρι το 2016 σύμφωνα με τον προγραμματισμό, είναι ήλιου φαεινότερο ότι δεν πρόκειται να επανέλθουμε στις αγορές.
Ταυτόχρονα, οι εταίροι μας θα αρχίσουν να αναρωτιούνται και πάλι εάν η Ελλάδα όντως έχει θέση στην Ευρωζώνη όταν δεν αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις της και χρειάζεται συνεχώς την κοινοτική συνδρομή. Οι Ευρωπαίοι εταίροι μας έχουν υποσχεθεί χρηματοδότηση μέχρι να επιστρέψουμε στις αγορές.
Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητος και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μέσω παρεμβάσεων στην αγορά (πρωτογενή και δευτερογενή) και στην δευτερογενή αγορά ομολόγων αντιστοίχως, είναι έτοιμοι να διασφαλίσουν την επιτυχία μιας έκδοσης κρατικών ελληνικών ομολόγων.
Θα ήταν λοιπόν αδιανόητο να υπονομεύσουμε εμείς οι ίδιοι τις προοπτικές αυτές, κλωτσώντας την καρδάρα και χύνοντας το γάλα που με τόσο κόπο μαζεύτηκε. Το αποτέλεσμα θα ήταν καταστροφικό για την χώρα που θα μπορούσε ακόμη και να αναγκασθεί (ελλείψει πρόσβασης στις αγορές και κοινοτικής χρηματοδότησης) να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη, και να αρχίσει να αξιοποιεί το εκδοτικό προνόμιο της ΤτΕλλάδος «για να αποκατασταθούν οι αδικίες των Μνημονίων και να ξαναγίνουν όλα όπως πρώτα».