search icon

Οικονομία

Alpha Bank: Γιατί η Ελλάδα δεν επηρεάζεται απ’ την καταιγίδα στην Τουρκία και στις άλλες αναδυόμενες

Το εντυπωσιακό πλεόνασμα στο εξωτερικό Ισοζύγιο και τον προϋπολογισμό, το ευρώ και το ανακεφαλαιοποιημένο τραπεζικό σύστημα προφυλάσσουν την Ελλάδα απ' την αναταραχή που έχει ξεσπάσει στην Τουρκία και τις υπόλοιπες αναδυόμενες αγορές, εκτιμά η Δ/νση Οικονομικών Μελετών της Alpha Bank υπό τον κ. Μιχάλη Μασουράκη. Ωστόσο σπεύδει να προειδοποιήσει ότι χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή προκειμένου να μην απολεσθεί η εμπιστοσύνη που με κόπο φαίνεται να αποκαθίσταται. 

Το εντυπωσιακό πλεόνασμα στο εξωτερικό Ισοζύγιο και τον προϋπολογισμό, το ευρώ και το ανακεφαλαιοποιημένο τραπεζικό σύστημα προφυλάσσουν την Ελλάδα απ’ την αναταραχή που έχει ξεσπάσει στην Τουρκία και τις υπόλοιπες αναδυόμενες αγορές, εκτιμά η Δ/νση Οικονομικών Μελετών της Alpha Bank υπό τον κ. Μιχάλη Μασουράκη. Ωστόσο σπεύδει να προειδοποιήσει ότι χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή προκειμένου να μην απολεσθεί η εμπιστοσύνη που με κόπο φαίνεται να αποκαθίσταται. 
 
Ακολουθεί το σχόλιο των αναλυτών της Alpha Bank: 
 
Το πρόγραμμα προσαρμογής που ακολουθείται στην Ελλάδα καταγράφει ήδη σημαντικές επιτυχίες όσον αφορά στην αντιμετώπιση των μακροοικονομικών ανισορροπιών, που επιβάρυναν και φαλκίδευαν τις δυνατότητες αυτοδύναμης ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας έως το 2009. 
 
Πρώτον, το εκτιμώμενο εντυπωσιακό πλεόνασμα στο εξωτερικό Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών (ΙΤΣ) της χώρας ύψους άνω του 1,1% του ΑΕΠ το 2013 (από έλλειμμα -10,3% του ΑΕΠ το 2009). Ήδη, το πλεόνασμα αυτό ανήλθε στο 1,6% του ΑΕΠ στο 11μηνο.2013, για 1η φορά μετά από πολλές 10ετίες.
 
Δεύτερον το ανωτέρω πλεόνασμα συνδυάζεται με το γεγονός ότι η Ελλάδα κατέγραψε και σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα στη γενική κυβέρνηση, ύψους άνω των € 1,4 δις (0,8% του ΑΕΠ) το περασμένο έτος, από σημαντικό έλλειμμα ύψους -10,4% του ΑΕΠ το 2009. Επίσης, έχουν ήδη ληφθεί και εφαρμόζονται τα αναγκαία μέτρα πολιτικής για αύξηση αυτού του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 2,0% του ΑΕΠ το 2014 και άνω του 4,0% του ΑΕΠ από το 2016.
 
Τρίτον η Ελλάδα έχει ήδη επιτύχει ουσιαστική βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς της, με την εσωτερική υποτίμηση της πραγματικής σταθμισμένης ισοτιμίας του ευρώ με βάση το σχετικό δείκτη κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, κατά ποσοστό άνω του 23% στο 4ο 3μηνο.2013 έναντι του 4ου 3μήνου 2009. Έχει, επίσης, βελτιωθεί ουσιαστικά η ανταγωνιστικότητά και με βάση τους σχετικούς δείκτες τιμών καταναλωτή, αφού το 2013 ήταν χρονιά αρνητικού πληθωρισμού (-0,9% κατά μέσο όρο) και το ίδιο θα συμβεί και το 2014 (-1,1% κατά μέσο όρο).
 
Με βάση τα ανωτέρω, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε θέση αποκατάστασης των συνθηκών που θα της επιτρέψουν να επιτύχει την ενίσχυση της οικονομίας της με σημαντικές εισροές επιχειρηματικών κεφαλαίων, όπως ήδη συνέβη, σε βαθμό μεγαλύτερο του αναμενομένου, το 2013. Τις τελευταίες ημέρες, πάντως, το ελληνικό χρηματιστήριο και οι αγορές ομολόγων δέχονται πιέσεις λόγω αρνητικών εξελίξεων στις αναδυόμενες αγορές, κατατάσσεται στις αναδυόμενες αγορές εδώ και μερικούς μήνες. Ωστόσο, η πτώση στις ελληνικές αγορές οφείλεται και στην αποκόμιση σημαντικών κερδών από τους επενδυτές, καθώς σημειώνονται αναίτιες καθυστερήσεις στις διαπραγματεύσεις για την ολοκλήρωση της τρέχουσας εξέτασης από την Τρόικα και στην καταβολή των δόσεων της χρηματοδοτικής ενίσχυσης. Επιπλέον, εξαιρετικά επιζήμια είναι και η καθυστέρηση επανα-ιδιωτικοποίησης των ελληνικών τραπεζών. 
 
Σε κάθε περίπτωση, όμως, απαιτείται πλέον μεγάλη προσοχή στον τρόπο που ασκείται η οικονομική πολιτική διότι έχουμε να αντιμετωπίσουμε όχι μόνο την δυσπιστία των αγορών για ότι συμβαίνει στην Ελλάδα αλλά και τις επιπτώσεις από την εξελίξεις στις αναδυόμενες αγορές, παρόλο που η κατάσταση στην Ελλάδα είναι τελείως διαφορετική. Αν μη τι άλλο, η Ελλάδα είναι πλέον χώρα προσέλκυσης κεφαλαίων, και λογικά δεν θα πρέπει να επηρεάζεται από την τάση φυγής κεφαλαίων που πλήττει τελευταίως τις χώρες που κατατάσσονται στις αναδυόμενες οικονομίες. Η εκροή κεφαλαίων τα τελευταία χρόνια από την Ελλάδα λόγω της κρίσης δημοσίου χρέους αναμένεται να αναστραφεί καθώς εδραιώνεται η δημοσιονομική προσαρμογή και αποκαθίσταται σταδιακά η εμπιστοσύνη στις αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.
 
Έχοντας το σταθερό ευρώ ως εθνικό νόμισμα και με πλήρως αναδιαρθρωμένο και ανακεφαλαιωμένο τραπεζικό σύστημα, η χώρα μας δεν αντιμετωπίζει χρηματοοικονομικές αναταράξεις, σε αντίθεση με τις κυριότερες αναπτυσσόμενες οικονομίες που αντιμετωπίζουν (σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό) συνθήκες συναλλαγματικής και οικονομικής κρίσης στην τρέχουσα περίοδο. Στην συνέχεια, γίνεται μία προσπάθεια να αναδειχθούν τα προβλήματα που συνεπάγεται η ύπαρξη εθνικού νομίσματος και η άσκηση «αυτόνομης» νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής, σε μικρές, ιδίως, χώρες, όταν οι κυβερνήσεις λειτουργούν χωρίς την εφαρμογή αυστηρών εισοδηματικών περιορισμών. Η αστάθεια του νομίσματος και ο πληθωρισμός είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα θλιβερά αποτελέσματα, που τείνουν να απομειώνουν τα πραγματικά εισοδήματα, να διώχνουν τις επενδύσεις και να αποσταθεροποιούν τις κυβερνήσεις. 
 
Πολλές αναπτυσσόμενες οικονομίες, από τον Μάιο 2013, και ιδιαίτερα στο τελευταίο 10ήμερο, αντιμετωπίζουν μεγάλες εκροές επενδυτικών κεφαλαίων και έντονες υποτιμητικές τάσεις στις συναλλαγματικές ισοτιμίες των νομισμάτων τους. Τα προηγούμενα χρόνια, αναπτυσσόμενες οικονομίες είχαν επωφεληθεί από την υπερβάλλουσα ρευστότητα που δημιουργήθηκε παγκοσμίως από την εξαιρετικά διευκολυντική νομισματική πολιτική των Κεντρικών Τραπεζών των αναπτυγμένων οικονομιών και ιδιαίτερα της FED για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής και οικονομικής κρίσης. Στο πλαίσιο αυτό, προσέλκυσαν μεγάλες ποσότητες επενδυτικών κεφαλαίων στις οικονομίες τους ενισχύοντας ουσιαστικά τις αναπτυξιακές τους επιδόσεις. Τώρα, που έχει ήδη αρχίσει η διαδικασία περιορισμού της παγκόσμιας ρευστότητας από τη FED, υπάρχουν τάσεις φυγής κεφαλαίων από πολλές αναδυόμενες αγορές.  
Έτσι, τις ημέρες αυτές ζούμε για μια ακόμη φορά την ιστορία των επαναλαμβανόμενων συναλλαγματικών και οικονομικών κρίσεων στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, οι οποίες ακολουθούν συνήθως  περιόδους υπέρμετρα υψηλών καθαρών εισροών κεφαλαίων από το εξωτερικό, όπως άλλωστε συνέβη και στην Ελλάδα έως το 2009. Κατά την περίοδο των μεγάλων εισροών κεφαλαίων οι αναπτυσσόμενες οικονομίες μετονομάζονται σε αναδυόμενες αγορές. Ειδικότερα, οι συναλλαγματικές κρίσεις οδηγούν τις χώρες αυτές (πολλές από τις οποίες διαθέτουν πλουτοπαραγωγικούς πόρους πολύ μεγαλύτερης αξίας ακόμη και από πολλές αναπτυγμένες οικονομίες) σε καθήλωση των οικονομιών τους σε πολύ χαμηλά επίπεδα ανάπτυξης και, το σπουδαιότερο, σε επιδεινούμενη ανισοκατανομή των εισοδημάτων. Ειδικότερα, εκείνοι που υποφέρουν περισσότερο από τις συναλλαγματικές κρίσεις είναι γενικά εκείνοι που δεν έχουν τη δυνατότητα να αποφύγουν τη  διάβρωση των εισοδημάτων τους με τον υπέρμετρα υψηλό και αυξανόμενο πολλές φορές πληθωρισμό, όπως οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι. Στις χώρες που έχουν δικό τους νόμισμα, ο πληθωρισμός προκύπτει συνήθως αρχικά από την αύξηση της εγχώριας ζήτησης με συνεχή αύξηση της εγχώριας πιστωτικής επέκτασης και των ελλειμμάτων του δημόσιου τομέα, με χρηματοδότηση αυτών των ελλειμμάτων κατά ένα μέρος με μεγάλες εισροές κεφαλαίων από το εξωτερικό. Στη συνέχεια, ο πληθωρισμός επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο από τις μεγάλες κατά κανόνα υποτιμήσεις των δικών τους νομισμάτων αυτών των χωρών, όταν οι εισροές κεφαλαίων από το εξωτερικό αντιστρέφονται απότομα και καταλυτικά. 
 
Οι κρίσεις επαναλαμβάνονται συνήθως σε αναπτυσσόμενες χώρες που διαθέτουν δικό τους νόμισμα και κυβερνήσεις πρόθυμες να χρησιμοποιήσουν το τραπεζικό σύστημα και τη νομισματική και συναλλαγματική πολιτική για να επιταχύνουν την ανάπτυξη των οικονομιών τους και ταχεία αύξηση της απασχόλησης και των εισοδημάτων  των εγχώριων κατοίκων τους, επωφελούμενες και από τη δυνατότητα προσέλκυσης σημαντικών κεφαλαίων από το εξωτερικό1. Στη συνέχεια, για να συγκρατήσουν την ταχεία αύξηση του πληθωρισμού που προκύπτει από την υψηλή εγχώρια πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, διατηρούν τη συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματός τους σε ανατιμημένα επίπεδα με τη βοήθεια των εισροών κεφαλαίων από το εξωτερικό, όπου τα μεγάλα συνήθως πλεονάσματα στο Λογαριασμό Κεφαλαίων (ΛΚ) του εξωτερικού ισοζυγίου πληρωμών τους αντικατοπτρίζονται αναπόφευκτα σε αντίστοιχα ελλείμματα στο ΙΤΣ τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν οι οικονομικές συνθήκες επιδεινώνονται για οποιοδήποτε λόγο, δημιουργούνται καταστάσεις φυγής κεφαλαίων και ταχείας υποτίμησης των νομισμάτων αυτών των χωρών οδηγώντας συνήθως ακόμη και σε πλήρη αποσταθεροποίηση τις οικονομίες τους. Τότε, σε μια προσπάθεια αποτροπής της πλήρους κατάρρευσης των οικονομιών τους, πολλές κυβερνήσεις καταφεύγουν στην επιβολή αυστηρών συναλλαγματικών περιορισμών (δηλαδή απαγορεύουν την εξαγωγή χρηματικών ποσών από τη χώρα είτε πρόκειται για εγχώριο ή για ξένο νόμισμα), στην απαγόρευση της τήρησης λογαριασμών σε συνάλλαγμα στις εγχώριες τράπεζες, ή σε τράπεζες του εξωτερικού, στην κεντρική διανομή συναλλάγματος με υπερτιμημένη ισοτιμία σε φορείς που ασκούν συγκεκριμένες δραστηριότητες, κ.ά., δηλαδή σε πολιτικές που επιδεινώνουν ακόμη περισσότερο την οικονομική  κατάσταση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.  
 
Συγκεκριμένα, η τουρκική Λίρα (TRY) διολισθαίνει ταχέως τις τελευταίας εβδομάδες έχοντας υποτιμηθεί την 24.1.2014 έναντι του δολαρίου κατά 8,8% από τις αρχές του 2014, κατά 30% από τη μέση ισοτιμία της στο 1ο 10ήμερο του Μαΐου 2013 και κατά 33,6% από την 1.2.2013. (βλέπε το Διάγραμμα 3). Μετά από αυτές τις εξελίξεις χρειάζονται σήμερα 2,34 τουρκικές λίρες για να αγοραστεί ένα δολάριο, από 1,745 που χρειάζονταν την 1.2.2013.
Αυτή η μεγάλη υποτίμηση της Λίρας απειλεί να οδηγήσει και πάλι σε ανοδική πορεία τα εγχώρια επιτόκια, αφού η απόφαση της ΤτΤουρκίας να αφήσει αμετάβλητο το επιτόκιο παρέμβασής της στο 7.75% την 21.1.2014 οδήγησε σε μεγάλη διολίσθηση της ισοτιμίας της TRY την 22α έως την 24η Ιαν.2014. 
 
Ειδικότερα, η ταχεία διολίσθηση στις τελευταίες εβδομάδες συνέβη παρά τις εκτεταμένες παρεμβάσεις στην αγορά συναλλάγματος από την ΤτΤουρκίας, η οποία φέρεται να ξόδεψε συναλλαγματικά διαθέσιμα άνω των € 4,0 δις για να στηρίξει το νόμισμα. Τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας εκτιμώνται τώρα σε € 37 δις και είναι αρκετά για χρηματοδότηση εισαγωγών περίπου 2-μηνών. Η διολίσθηση της τουρκικής λίρας είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε περαιτέρω άνοδο του πληθωρισμού με βάση το ΔΤΚ που ήδη διαμορφωνόταν στο 7,4% τον Δεκ.2013. Βεβαίως, η εκροή κεφαλαίων μπορεί να συμβάλει και στη μεγάλη διολίσθηση της ονομαστική (αλλά και της πραγματικής) συναλλαγματικής ισοτιμίας της τουρκικής λίρας, εξελίξεις που μπορεί με τη σειρά τους να συμβάλουν στην αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών και στη μείωση των εισαγωγών με αποτέλεσμα τη μείωση του μεγάλου ελλείμματος του ΙΤΣ, που διαμορφωνόταν στα $ 48,5 δις το 2012. Ωστόσο, η αποσταθεροποίηση της οικονομίας και η αύξηση του πληθωρισμού και των εγχώριων επιτοκίων που προκύπτουν από την υπέρμετρη υποτίμηση και γενικότερα από την αστάθεια στις αγορές χρήματος και συναλλάγματος συνεπάγονται συνήθως σημαντικά αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη της οικονομίας. Στην περίπτωση της Τουρκίας, η κατάσταση επιβαρύνεται και από την Κυβερνητική αστάθεια λόγω των αποκαλύψεων περιπτώσεων διαφθοράς και γενικότερων ανταγωνισμών που χαρακτηρίζουν το πολιτικό σύστημα της χώρας. 
 
Το Πέσο της Αργεντινής (ARS) έχει σημειώσει ακόμη μεγαλύτερη κατάρρευση, όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 4. Η επίσημη ισοτιμία διαμορφωνόταν στα 8,0014 ARS/USD την 24.1.2013, έχοντας σημειώσει πτώση κατά 22,3% από την 2.1.2014 και κατά 60,5% από την 1.2.2013. Μάλιστα, εκτιμάται ότι η ισοτιμία στην παράλληλη αγορά συναλλάγματος υπερέβαινε την 24.1.2014 τα 13,1 ARS/USD.
 
Όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 4, το 2000, πριν από την συναλλαγματική και την οικονομική κρίση του 2001, η ισοτιμία ήταν 1,0 πέσο ανά δολάριο. Η υποτίμηση, μετά την διακοπή της πρόσδεσης στο δολάριο το 2001 ξεπέρασε το 350%. Στη συνέχεια η ισοτιμία διατηρήθηκε σε αυτά τα σημαντικά υποτιμημένα επίπεδα έως την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση του 2008, για να επανέλθει σε πορεία ταχείας διολίσθησης από εκεί και πέρα. Η διολίσθηση του πέσο επιταχύνθηκε την 22.1.2014, όταν η Κεντρική Τράπεζα της Αργεντινής διέκοψε τις παρεμβάσεις της στην αγορά συναλλάγματος, λόγω της μείωσης των συναλλαγματικών διαθεσίμων της χώρας σε επικίνδυνα χαμηλά επίπεδα (Διάγραμμα 5.). Επιπλέον, η εξέλιξη της ανωτέρω ισοτιμίας στηρίχθηκε στην εφαρμογή σημαντικών συναλλαγματικών περιορισμών, οι οποίοι, ωστόσο, δεν απέτρεψαν την ταχεία υποτίμηση του νομίσματος. Είναι εμφανές ότι οι συναλλαγματικοί περιορισμοί δεν απέτρεψαν την αποσταθεροποίηση του νομίσματος ούτε σε μια μεγάλη χώρα όπως η Αργεντινή. Προκύπτει, επομένως, το πόσο αδύνατο είναι να στηρίξεις με αυτό τον τρόπο το νόμισμα σε πολύ μικρές χώρες όπως η Ελλάδα.
 
Αντίθετα, στο Διάγραμμα 4 είναι επίσης εμφανής η νομισματική σταθερότητα στην οποία λειτουργεί από το 2001 η Ελληνική οικονομία. Το νόμισμα της Ελλάδος, το ευρώ, όχι μόνο δεν υποτιμήθηκε αλλά ανατιμήθηκε ελαφρά έναντι του δολαρίου στην περίοδο 1999-2014, αλλά το κυριότερο είναι η νομισματική σταθερότητα που απολαμβάνουν οι χώρες που έχουν το ευρώ ως νόμισμά τους. 
 
Οι ανωτέρω αρνητικές εξελίξεις στην οικονομία της Αργεντινής, μετά από μια περίοδο 2006-2011 ικανοποιητικής ανάπτυξης λόγω της μεγάλης ζήτησης της Κίνας και άλλων χωρών για τα εξαγώγιμα προϊόντα της χώρας αυτής, δείχνουν ευκρινώς τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι οικονομίες που αποκόπτονται πλήρως από τις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίων και χρησιμοποιούν το γεγονός ότι έχουν τη δυνατότητα να εκδίδουν το δικό τους χρήμα για πραγματοποίηση ανεξέλεγκτων παροχών σε εγχώριο νόμισμα και για αποτροπή των αναγκαίων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα αποκαθιστούσαν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας τους. 
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα προσδιορισμού του κατώτατου μισθού στην Αργεντινή, με βάση την εφαρμογή εθνικής νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής, όπως φαίνεται στον Πίνακα 1 πιο κάτω. Παρά τη μέση ετήσια αύξησή του κατά 24,5% στην περίοδο Ιαν.2010-Ιαν.2014, η μέση ετήσια αύξησή του σε δολάρια είναι μόλις 3,4%, ενώ τον Ιαν.2014 ο κατώτατος μισθός διαμορφωνόταν στα € 333,3, χαμηλότερα από τον Ιαν.2011.
 
Αυτή είναι η μεγάλη «διευκόλυνση» που παρέχει στις Κυβερνήσεις η ύπαρξη εγχώριου νομίσματος. Τον Ιαν.2014 ανακοίνωσαν αύξηση στους μισθούς κατά 9,1%, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για πτώση κατά -23,9%, η οποία είναι ακόμη μεγαλύτερη εάν ληφθεί υπόψη η ισοτιμία που διαμορφώνεται ελεύθερα στην παράλληλη αγορά. Στην Αργεντινή η Κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να ανακοινώνει τεράστιες αυξήσεις στους ονομαστικούς κατώτατους μισθούς, που στην πραγματικότητα, μέσω της υποτίμησης και του αυξημένου πληθωρισμού, μπορεί να συνεπάγονται ελάχιστες αυξήσεις ή και πολύ μεγάλες μειώσεις στους πραγματικούς μισθούς, όπως προαναφέρθηκε.
 
Σε υποτιμητική πορεία έναντι του δολαρίου (USD) βρίσκεται και το νόμισμα της Βραζιλίας (Ρεάλ, ή BRL), από τον Ιούλιο του 2011, η οποία συνεχίζεται έως σήμερα. Έτσι, την 25.1.1014 το BRL είχε σημειώσει πτώση κατά 55,7% έναντι της 25.7.2011, κατά 20,6% έναντι της 1.2.2013 και κατά 1,5% έναντι της 31.12.2013. 
 
Μάλιστα, οι εξελίξεις αυτές σημειώνονται σε μια χώρα που δεν επηρεάστηκε ουσιαστικά από την παγκόσμια οικονομική κρίση αφού είχε αύξηση του ΑΕΠ κατά 5,2% το 2008 και μικρή πτώση του ΑΕΠ κατά -0,3% το 2009, μεγάλη αύξηση του ΑΕΠ κατά 7,4% το 2010 και επιβράδυνση της αύξησης του ΑΕΠ στη συνέχεια στο +2,7% το 2011 και στο 0,9% το 2012, με εκ νέου επιτάχυνση στο 2,5% το 2013. Ωστόσο, ο πληθωρισμός με βάση το ΔΤΚ διατηρείται σε επίπεδα άνω του 5,0%, φτάνοντας το 6,8% το 2011 και το 5,8% το 2012 και το 2013. Η χώρα λειτουργεί με πρωτογενή πλεονάσματα στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση (και παρόλα αυτά αναπτύσσεται ικανοποιητικά) και με έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της τάξης του 3,2% του ΑΕΠ το 2013. Απολαμβάνει καθαρές εισροές κεφαλαίων από το εξωτερικό (σε μεγάλο βαθμό FDI) ύψους $ 85,7 δις το 2013, από $ 135,7 δις το 2011 και $ 111,5 δις το 2010, και τα καθαρά συναλλαγματικά της διαθέσιμα ανέρχονται στα $ 373,1 δις. Και παρόλα αυτά αντιμετωπίζει σημαντικές υποτιμητικές πιέσεις στο νόμισμά της, όπως προαναφέρθηκε.
 
Η πρόεδρος της Βραζιλίας Rousseff παρουσίασε το οικονομικό πρόγραμμα της Κυβέρνησής της στο Συνέδριο που λαμβάνει χώρα στο Davos της Ελβετίας. Σύμφωνα και με το Reuters, η Πρόεδρος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις ακόλουθες κατευθύνσεις πολιτικής: Πρώτον, στον έλεγχο του πληθωρισμού και στην εξισορρόπηση των δημοσίων οικονομικών της χώρας που θεωρεί ότι αποτελούν τις βασικές προϋποθέσεις για τη σταθερότητα στην οικονομία». Τόνισε δε ότι η Βραζιλία θυμάται πολύ καλά την «καταστροφική δύναμη» του υψηλού πληθωρισμού. Δεύτερον, προέβαλε επίσης τις προσπάθειες που γίνονται για την προσέλκυση επενδύσεων από ιδιωτικές εταιρείες για την αναβάθμιση των υποδομών της χώρας σε οδικές και σιδηροδρομικές αρτηρίες, σε λιμάνια και σε άλλες υποδομές. 
 
Ασφαλώς, η Βραζιλία είναι μια δυναμικά αναπτυσσόμενη χώρα και στη 10ετία του 2000 έθεσε σε εφαρμογή πολιτικές που συνέβαλαν στην ουσιαστική σταθεροποίηση της οικονομίας. Επωφελήθηκε, όπως και η Αργεντινή, από τη μεγάλη ζήτηση και άνοδο των τιμών των εξαγωγών της, αλλά, αντίθετα με την Αργεντινή, έχει φροντίσει να χτίσει ένα εξαιρετικά υψηλό συναλλαγματικό απόθεμα για να προστατέψει τη συναλλαγματική σταθερότητα του νομίσματός της. Ωστόσο, επιβαρύνεται σήμερα από την επιδείνωση της κρίσης στην Αργεντινή και από την προοπτική περιορισμού του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας της Κίνας στην οποία κατευθύνεται ένα μεγάλο μέρος των εξαγωγών της Βραζιλίας. 
 
Συμπερασματικά, όταν μια χώρα σαν τη Βραζιλία θα πρέπει συνεχώς να βρίσκεται σε εγρήγορση ώστε να είναι σε θέση να διατηρεί την χρηματοοικονομική και συναλλαγματική σταθερότητα που αποτελούν την βασική προϋπόθεση για την ικανοποιητική ανάπτυξη της οικονομίας της, γίνεται περισσότερο εμφανές το πόσο αναγκαία είναι η χρηματοοικονομική σταθερότητα σε μια πολύ μικρή χώρα όπως η Ελλάδα. Η Βραζιλία μπορεί να έχει το δικό της νόμισμα και να ασκεί δική της νομισματική και συναλλαγματική πολιτική διότι είναι μια μεγάλη χώρα 196,5 εκατ. κατοίκων, με ΑΕΠ που υπερβαίνει τα $ 2,25 τρις και με σημαντικές εξαγωγές σε προϊόντα στα οποία κατέχει υψηλή διαπραγματευτική δύναμη στις παγκόσμιες αγορές. 
 
Αντίθετα, η Ελλάδα εισάγει και εξάγει σε δεδομένες τιμές και δεν μπορεί να έχει (χωρίς μεγάλο κόστος) δικό της νόμισμα διότι δεν μπορεί να έχει δική της νομισματική και συναλλαγματική πολιτική. Στο Διάγραμμα 4 φαίνεται το πιο σημαντικό πλεονέκτημα της Ελλάδος που, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι άλλο από το σταθερό της νόμισμα το ευρώ. Επίσης, στο Διάγραμμα 2 φαίνεται ότι το γεγονός ότι δεν έχει δικό της νόμισμα δεν απετέλεσε εμπόδιο στην επίτευξη της αναγκαίας δραστικής βελτίωσης στη διεθνή ανταγωνιστικότητά της. Το ότι αυτό επιτεύχθηκε με πολύ μεγάλο κόστος προσαρμογής δεν οφείλεται στο ότι αυτή η αναγκαία υποτίμηση της πραγματικής ισοτιμίας έγινε με εσωτερική υποτίμηση, δηλαδή με διαφανή μείωση των πραγματικών μισθών στην Ελλάδα, και όχι με την ίδια ακριβώς μείωση αυτών των μισθών, αλλά με αδιαφανή τρόπο, μέσω υποτίμησης του νομίσματος. Το μεγάλο κόστος προσαρμογής οφείλεται στην εξάλειψη του εξωτερικού δανεισμού που στήριζε την ζήτηση για ένα πολύ μεγάλο μέρος των παραγωγικών δραστηριοτήτων στη χώρα πριν την κρίση.
Exit mobile version