search icon

Οικονομία

Deutsche Bank: Οι δύο κίνδυνοι κατάρρευσης των διαπραγματεύσεων Ελλάδας-Ευρωζώνης

Ελλάδα και Ευρωζώνη θα καταλήξουν σε έναν τακτικό συμβιβασμό, σύμφωνα με έκθεση της Deutsche Bank, στην οποία, όμως, εξετάζονται και σενάρια του τι μπορεί να προκαλέσει ένα Grexit.

Ελλάδα και Ευρωζώνη θα καταλήξουν σε έναν τακτικό συμβιβασμό, σύμφωνα με έκθεση της Deutsche Bank, στην οποία, όμως, εξετάζονται και σενάρια του τι μπορεί να προκαλέσει ένα Grexit.

Πάντως η DB τονίζει – βασιζόμενη τόσο στις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις όσο και στα αρνητικά οικονομικά δεδομένα για την Ελλάδα – ότι ο δρόμος που οδηγεί στον συμβιβασμό «έχει στενέψει αρκετά», αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τελικώς δεν θα επέλθει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Σύμφωνα με τον γερμανικό οίκο, το βασικό του σενάριο είναι ότι η Ελλάδα θα παραμείνει μέλος της Ευρωζώνης και δεν θα χρεοκοπήσει. Ο ισορροπημένος συμβιβασμός μεταξύ Ελλάδας και Ευρωζώνης θα βασιστεί σε τρεις παράγοντες:

Η Ελλάδα θα συνεχίσει να εφαρμόζει μέτρα οικονομικής προσαρμογής, προκειμένου να λάβει ως αντάλλαγμα την υποχρέωση να πετύχει χαμηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα σε βάθος χρόνου, ενώ επιπρόσθετα θα υπάρξει και ένα είδος «κουρέματος» με συμμετοχή του επίσημου τομέα (OSI). Σε αυτό θα περιλαμβάνονται παράταση του χρόνου ωρίμανσης του ελληνικού χρέους αλλά και μείωση των επιτοκίων.

Ένα Grexit θα ήταν ιδιαίτερα ακριβό για την Ελλάδα, με δεδομένο ότι θα σταματούσε και η χρηματοδότηση του τραπεζικού συστήματος από την ΕΚΤ, αλλά θα ήταν αναλόγως ακριβό και για το σύνολο της Ευρωζώνης.

Έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ θα έδινε το «σήμα» ότι η Ευρωζώνη δεν είναι κάτι μόνιμο, ενώ υπάρχουν και σημαντικοί γεωπολιτικοί λόγοι προκειμένου η χώρα να παραμείνει μέλος της ζώνης του ευρώ.

Όπως σημειώνεται στην έκθεση ορισμένες από τις προεκλογικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ είναι αντίθετες με τις επιταγές του Eurogroup, αλλά στηρίζονται ισχυρά από τους Έλληνες ψηφοφόρους.

Κίνδυνος 1: Η Ελλάδα ξεμένει από κεφάλαια
Το ενδεχόμενο να υπάρξει Grexit λόγω… ατυχήματος μπορεί να προκληθεί σε περίπτωση που: α. Η ελληνική κυβέρνηση ξεμείνει από χρήματα και β. Οι αποσύρσεις καταθέσεων από τις ελληνικές τράπεζες να τις αναγκάσει να στραφούν αναγκαστικά στον ELA. Οι δύο αυτές περιπτώσεις δεν έχουν την ίδια δύναμη, αλλά και οι δύο εξαρτώνται από την οικονομική αδυναμία της Ελλάδας και την πολιτική αβεβαιότητα ή το πολιτικό αδιέξοδο.

Κατά τους αναλυτές του γερμανικού οίκου ο φόβος η Ελλάδα να ξεμείνει από χρήματα είναι πραγματικός. Άλλωστε η χώρα διαθέτει αβέβαιες και περιορισμένες πηγές άντλησης κεφαλαίων, προκειμένου να καλύψει τις υποχρεώσεις της έως τα τέλη Απριλίου.

Προκειμένου η Ελλάδα να κατορθώσει να ξεπεράσει τον παραπάνω κίνδυνο, θα πρέπει να συμβούν τα ακόλουθα: α. Η ΕΚΤ να επιτρέψει στις ελληνικές τράπεζες να αγοράσουν περισσότερα έντοκα γραμμάτια και β. Να υπάρξει ταχύτερη εκταμίευση κεφαλαίων από ΔΝΤ και Ε.Ε.

Κίνδυνος 2: Οι εκροές καταθέσεων «σπρώχνουν» τις τράπεζες στον ELA
Βάσει των στοιχείων της Τράπεζας της Ελλάδος η συνολική χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών από το Ευρωσύστημα έφθασε στα 104 δισ. ευρώ τον Φεβρουάριο του 2015 από 56 δισ. ευρώ που ήταν τον Δεκέμβριο. Κατά τη διάρκεια της περασμένης εβδομάδας η ΕΚΤ ενέκρινε ο ELA να αυξηθεί στα 69,8 δισ. ευρώ, με την ΕΚΤ να συνεχίσει να ενισχύει το έκτακτο μηχανισμό κυριολεκτικά με το σταγονόμετρο.

Η Deutsche Bank εκτιμά ότι η ΕΚΤ θα συνεχίσει αυτήν την τακτική, ενώ δεν αποκλείει την επιβολή και ενός «σκληρού ταβανιού», κάτι που θα επιδεινώσει περαιτέρω την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Αυτό μπορεί να συμβεί εάν υπάρξει φόβος ότι θα δημιουργηθεί νέα κόντρα μεταξύ Ελλάδα και Eurogroup. Σε περίπτωση που αυτό συμβεί η Ελλάδα δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να κλείσει τις τράπεζές της και να επιτρέψει εκ νέου τη λειτουργία τους, μόνο επειδή θα έχουν επιβληθεί περιορισμοί στην διακίνηση κεφαλαίων.

Οι δύο παραπάνω κίνδυνοι εξαρτώνται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την εφαρμοζόμενη πολιτική της Ελλάδας. Κανείς δεν θα πρέπει να αγνοεί το κόστος που μπορεί να έχει η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση εάν υπαναχωρήσει των προεκλογικών της υποσχέσεων.

Επίσης ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται υπό πίεση, κάτι το οποίο αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι δεν κατέθεσε στο ελληνικό κοινοβούλιο τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, καθώς υπήρξε ο φόβος ότι κάποιοι από τους βουλευτές του δεν θα την υπερψήφιζαν.

Οι επιπτώσεις ενός Grexit

Παρά το ότι η Deutsche Bank τονίζει σε αρκετά σημεία της έκθεσή της ότι δεν θεωρεί και τόσο πιθανό το Grexit, φροντίζει να εξετάσει και το ενδεχόμενο η εκτίμηση των αναλυτών της να διαψευσθεί. Ως εκ τούτου αναλύει τις τρεις επιπτώσεις ενός Grexit για Ελλάδα και Ευρωζώνη.

Στην πρώτη περίπτωση τίθεται ως βάσει εκτίμησης ότι η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ δεν θα προκαλέσει καμία μετάδοση της κρίσης, με δεδομένη την ύπαρξη του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Πάντως η έξοδος οποιασδήποτε χώρας από το ευρώ δεν μπορεί να αφήσει αλώβητη την εικόνα της Ευρωζώνης.

Στην δεύτερη περίπτωση εξετάζεται το ενδεχόμενο ένα Grexit να έχει διάχυτες επιπτώσεις και στην υπόλοιπη Ευρωζώνη, τόσο σε επίπεδο οικονομίας όσο και σε επίπεδο αγορών. Πάντω η μετάδοση της κρίσης θα είναι αυτή τη στιγμή πολύ πιο ήπια, από το εάν το Grexit είχε συμβεί πριν από πέντε χρόνια.

Στο τρίτο σενάριο αναφέρεται το ενδεχόμενο το Grexit όχι μόνο να μην επηρεάσει την Ευρωζώνη αλλά να την κάνει ακόμη πιο ισχυρή. Εάν η Ελλάδα φύγει από το ευρώ, οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα κατανοήσουν ότι θα πρέπει να ενισχύσουν τη προστασία της Ευρωζώνης, κυρίως από την ανάδειξη ακραίων κομμάτων και ως εκ τούτου να προωθήσουν ακόμη περισσότερο πολιτικές που αφορούν την ενοποίηση.

Exit mobile version