Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά ανοίγει για πρώτη φορά τη σκηνή του την Τετάρτη 9 Απριλίου 1895, με τον Ομιλο Φιλομούσων Πειραιά να ψάλλει εμβατήρια και ύμνους και τη Φιλαρμονική του Δήμου με την καθοδήγηση του αρχιμουσικού Καίσαρη να «εκτελεί απανθίσματα εκ της “Αφρικανής”», του μελοδράματος του Τζιάκομο Μάγερμπεερ. Ενα μήνα αργότερα η μεγαλοπρεπής σκηνή υποδέχθηκε το έργο του Δημήτριου Βερναδάκη, «Μαρία Δοξαπατρή».
Μπορεί οι Πειραιώτες να ήλπιζαν να ανοίξει το θέατρο με έργο ενός Πειραιώτη συγγραφέα, αλλά ο δήμος προτίμησε το δράμα του Βερναδάκη και κάλεσε μερικούς από τους κορυφαίους ηθοποιούς της εποχής για να το παρουσιάσουν. Ετσι ο Δημήτρης Αλεξιάδης, ο Δημήτρης Ταβουλάρης και η Μαρία Αρνιωτάκη ήταν από τους πρώτους που ερμήνευσαν μπροστά στο ενθουσιασμένο κοινό.
Η απόφαση για την ανέγερση του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά πάρθηκε επί δημάρχου Τρύφωνα Μουτζόπουλου, ο οποίος το 1882 εγγράφει ένα ιδιαίτερα σημαντικό κονδύλι 200 χιλιάδων δραχμών «δι’ ανέγερσιν θεάτρου», σε σύνολο δαπανών για τα δημοτικά έργα 315 χιλιάδων δραχμών. Στην πρώτη περιγραφή των σχεδίων, τα οποία είχε αναλάβει ο Πειραιώτης αρχιτέκτονας Ιωάννης Λαζαρίμος και τα οποία ανακοινώθηκαν στις αθηναϊκές εφημερίδες το 1883, το μήκος του κτιρίου θα ήταν 45 μέτρα, το πλάτος 34 και το ύψος 30, ενώ θα μπορούσε να φιλοξενήσει 1154 «εν ανάγκη 1400 θεατάς».
Το λευκό οικοδόμημα με το ναόσχημο πρόπυλο και τις τέσσερεις λεπτές -χωρίς ραβδώσεις- κορινθιακού τύπου κολώνες στην πρόσοψή του γίνεται σημείο αναφοράς της πολιτιστικής ζωής της πόλης τόσο στον 19ο όσο και τον 20ό αιώνα. Μορφολογικά, έχει τις αναφορές του στην αμιγή κλασικιστική παράδοση και είναι επηρεασμένο από τη γερμανική σχολή που εκπροσωπούσε ο Ερνέστος Τσίλλερ.
Η σκηνή του θεάτρου θεωρείται ένα από τα ελάχιστα σωζόμενα δείγματα της εποχής μπαρόκ στην Ευρώπη, διαθέτει προσκήνιο και χώρο ορχήστρας, ενώ η πλατεία, τα θεωρεία και οι εξώστες εξελίσσονταν σε τέσσερα επίπεδα. Την αίθουσα φώτιζε ένας τεράστιος πολυέλαιος (σώζεται και σήμερα) που λειτουργούσε με γκάζι. Για τους ηθοποιούς είχαν προβλεφθεί άνετα καμαρίνια και ένα πολυτελές καθιστικό. Γύρω από το πέταλο της κεντρικής αίθουσας βρίσκεται το διώροφο φουαγιέ, στο οποίο αρχικά δίνονταν χοροεσπερίδες φιλανθρωπικών συλλόγων και πραγματοποιούνταν εκθέσεις σπουδαίων ζωγράφων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η επιθυμία των Πειραιωτών να έχουν δικό τους θίασο οδηγεί το 1957 τον δήμαρχο Δημήτρη Σαπουνάκη και τον ποιητή και δημοτικό σύμβουλο Νικηφόρο Βρεττάκο να καλέσουν τον Δημήτρη Ροντήρη να αναλάβει δράση. «Με δάκρυα στα μάτια», σημείωνε ο Ροντήρης στην αυτοβιογραφία του «τον παρακαλούσαν παρά τις οικονομικές δυσκολίες του δήμου να κατέβει στο Δημοτικό Θέατρο». Οι παραστάσεις του Δημήτρη Ροντήρη, οι εμφανίσεις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής -με πρώτη παράσταση στις 5 Μαρτίου του 1947 με την όπερα «Μανόν» του Μασνέ σε μουσική διεύθυνση Αντίοχου Ευαγγελάτου- ο Μάνος Κατράκης με το Λαϊκό Θέατρο αργότερα και ο Μίκης Θεοδωράκης από το ’66 με τον Μουσικό Οργανισμό Πειραιά σκιαγραφούν την εικόνα ενός θεάτρου που ήθελε να παίξει ρόλο στον πολιτισμό.
Το θέατρο επισκευάστηκε και ανακαινίστηκε αρκετές φορές στα 120 χρόνια λειτουργίας του. Το 1980 ανακηρύχθηκε με υπουργική απόφαση προστατευόμενο μνημείο ως «έργο τέχνης». Υπέστη ζημιές από τους σεισμούς του 1981 και του 1999 και τον Ιανουάριο του 2006 το έργο της συνολικής εκ βάθρων (για πρώτη φορά) αποκατάστασης εντάχθηκε στο Γ’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού. Κατά την επισκευή του θεάτρου εντοπίστηκαν παλαιότερα στοιχεία όπως και η αρχική ξύλινη σκηνή, μία εντυπωσιακή κατασκευή που είναι από τις λίγες σωζόμενες στην Ευρώπη.
Οι εργασίες αποκατάστασης, οι οποίες άρχισαν το 2008, ολοκληρώθηκαν πέντε χρόνια μετά και την Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013 εγκαινιάστηκε το ανακαινισμένο θέατρο. Σήμερα το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά παίζει σημαντικό ρόλο στην πολιτιστική ζωή του Πειραιά και συνδέει την Αθήνα με το πρώτο λιμάνι της χώρας. Αυτή τη στιγμή παίζει στην κεντρική σκηνή την παράσταση «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» σε σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Ρήγου, ενώ στις 7 Μαρτίου θα κάνει πρεμιέρα η «Προδοσία» του Χάρολντ Πίντερ σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου.
Διαβάστε περισσότερα στο metropolispress.gr
