Σε τροχιά ύφεσης βρέθηκε στο α’ τρίμηνο του έτους η ελληνική, σύμφωνα με έκθεση του τμήματος αναλύσεων της Eurobank, με την τράπεζα να εκτιμά ότι το ΑΕΠ θα συρρικνωθεί μεταξύ 0,4% και 0,6% στο εν λόγω διάστημα.
Η ελληνική τράπεζα τονίζει ότι πρόκειται για προκαταρκτική εκτίμησή της, ενώ αναμένει ότι ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ θα διαμορφωθεί μεταξύ 0% και 0,2%.
Επιπρόσθετα τονίζεται ότι η ελληνική στρατηγική προκειμένου να επιτευχθεί βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας δεν θα πρέπει να «περιέχει» τα ακόλουθα:
- Περαιτέρω σημαντική ενίσχυση της κατανάλωσης (ιδιωτικής ή/και δημόσιας), καθώς: α) ως ποσοστό του ΑΕΠ αυτή ανέρχεται σήμερα σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου (άνω του 90% του ΑΕΠ στην Ελλάδα έναντι μακροπρόθεσμου μέσου 75% περίπου στην Ευρωζώνη), και β) το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών της Ελλάδας (σε σχέση με το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα) παραμένει αρνητικό (-6% περίπου το 2013, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής).
- Διοχέτευση νέων επενδυτικών κεφαλαίων σε τομείς χαμηλής παραγωγικότητας, χαμηλού τεχνολογικού περιεχομένου και μικρής προστιθέμενης αξίας.
- Εγκλωβισμός υφιστάμενων πόρων σε εταιρίες που χαρακτηρίζονται από κακή διαχείριση και χαμηλά επίπεδα φερεγγυότητας.
Αντ’ αυτού, μια βιώσιμη μακροπρόθεσμη στρατηγική ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία πρέπει να στοχεύει σε:
- Άμεση τόνωση της εγχώριας επενδυτικής δραστηριότητας (κυρίως στον ιδιωτικό τομέα, αλλά και μέσω του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων) με στόχο τη σταδιακή αναστροφή της τεράστιας αποεπένδυσης που έλαβε χώρα την τελευταία εξαετία. Τονίζεται ότι, ως ποσοστό του ΑΕΠ, η συνολική επενδυτική δαπάνη στην Ελλάδα ανέρχεται σήμερα σε μόλις 11,5% έναντι σχετικού μέσου όρου 18% περίπου στην Ευρωζώνη. Επιπροσθέτως, σε προγενέστερες οινομετρικές μας μελέτες εκτιμήσαμε ιδιαίτερα υψηλούς (άνω της μονάδας) πολλαπλασιαστές δημοσίων επενδύσεων, ιδιαίτερα σε περιόδους χαμηλής ανάπτυξης ή οικονομικής ύφεσης. Η τόνωση του εγχώριου επενδυτικού περιβάλλοντος και η προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων κρίνεται απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη βιώσιμων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης και την σταδιακή μείωση του ιδιαίτερα υψηλού ποσοστού ανεργίας.
- Βελτίωση της εξαγωγικού προσανατολισμού της Ελλάδας που παρά τη μεγάλη προσαρμογή που έχει ήδη επιτελεσθεί σε όρους σχετικού μισθολογικού κότσους παραμένει μια μικρή και κλειστή οικονομία. Σημειώνεται ότι, ως ποσοστό του ΑΕΠ το σύνολο των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών της χώρας παραμένει σε σχετικά χαμηλά επίπεδα (ελαφρώς υψηλότερο του 30% έναντι 45% στην Ευρωζώνη).
- Περαιτέρω τόνωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, κυρίως σε τομείς και κατευθύνσεις που δεν σχετίζονται αμιγώς με την εξέλιξη του σχετικού μισθολογικού κόστους (non-price competitiveness). Η αναγκαιότητα αυτή έχει επανειλημμένα τονισθεί και αναλυθεί σε προγενέστερες μελέτες μας και σχετίζεται με ένα πλέγμα στρατηγικών και θεσμικών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών αδυναμιών και αγκυλώσεων που συνεχίζουν να παρεμποδίζουν τον εξαγωγικό προσανατολισμό την ελληνικής οικονομίας.
- Συνοπτικά, κάποιες από τις προαναφερθείσες στρατηγικές και παρεμβάσεις πρέπει να στοχεύουν σε: περαιτέρω διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων & υπηρεσιών, βελτίωση και απλοποίηση του φορολογικού συστήματος και εξυγίανση του καθεστώτος επιστροφής ΦΠΑ, κίνητρα για R&D, άρση διοικητικών & γραφειοκρατικών εμποδίων, απλοποίηση μεταφορικών διαδικασιών, απλοποίηση διαδικασιών απόκτησης πιστοποιητικών & διενέργειας ελέγχων, βελτίωση υφιστάμενων εκτελωνιστικών & τελωνειακών διαδικασιών, ενίσχυση τεχνολογικού περιεχομένου εξαγωγών, κίνητρα και προώθηση στρατηγικών συνεργασιών και αύξηση του βαθμού συγκέντρωσης σε κρίσιμους τομείς με στόχο την επίτευξη οικονομιών κλίμακας και την ευκολότερη πρόσβαση στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας (global value chains). .
