Το παράδειγμα της Σλοβακίας καλούν οι Financial Times να ακολουθήσει η Ελλάδα, καθώς τονίζουν ότι παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε πρόσφατα η χώρα της κεντρικής Ευρώπης η Σλοβακία μπορεί να “διδάξει” την Ελλάδα.
Την αλλαγή από την εποχή του κομμουνισμού στη Σλοβακία σε μια υπερταχεία ανάπτυξης, επέφερε το 1998 ένας πανούργος δρoμέας μακρινών αποστάσεων ονόματι Mikulas Dzurinda που ανέλαβε την εξουσία έχοντας νικήσει τον απολυταρχικό πρωθυπουργό Vladimir Meciar σε μια εκλογική αναμέτρηση που αποδείχθηκε κρίσιμη για το μέλλον της χώρας.
Ο πολυκομματικός συνασπισμός του που μαστίζονταν από αντιπαραθέσεις, κληρονόμησε μια χώρα που διολίσθαινε σε στασιμότητα και όλο και περισσότερο αποξενώνονταν από το ευρωπαϊκό κατεστημένο από την αυστηρή πολιτική και τον ρουσφετολογικό καπιταλισμό του Meciar. Όπως και άλλοι κεντροευρωπαίοι μετά την ανατροπή του κομμουνισμού το 1989, οι Σλοβάκοι βρίσκονταν στον επώδυνο δρόμο από τον Μαρξ προς την αγορά. Όμως χάρη στον Meciar, είχαν μείνει πίσω στον αγώνα να εκσυγχρονιστούν και να ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Έτσι ο Dzurinda έβαλε τα αθλητικά του παπούτσια και μετέτρεψε τη Σλοβακία σε μια μηχανή οικονομικής ανάπτυξης, προσελκύοντας ξένους επενδυτές, ιδιαίτερα τις αυτοκινητοβιομηχανίες, που έκαναν τη χώρα έναν αυτοκινητοβιομηχανικό κόμβο. Η Σλοβακία έφτασε τους ανατολικοευρωπαίους ανταγωνιστές της και εντάχθηκε εγκαίρως στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το 2004.
Ο Dzurinda, που έχασε την εξουσία το 2006, είχε την ικανοποίηση να δει τη Σλοβακία να αγγίζει ρυθμό ανάπτυξης 10,7% έναν χρόνο αργότερα. Για τους περισσότερους Σλοβάκους, ο πόνος της μεταρρύθμισης άξιζε.
Το παράδειγμα αυτό καλεί τώρα ο αρθρογράφος Stefan Wagstyl να ακολουθήσει και ο Έλληνας πρωθυπουργός. Μάλιστα, το σημαντικότερο μάθημα που έχει να διδάξει η οικονομία της Σλοβακίας είναι ότι οι χώρες και οι λαοί θα δεχθούν να περάσουν τις κακουχίες της μεταρρύθμισης αν έχουν κάποια ισχυρά κίνητρα προκειμένου να αντιμετωπίσουν την αναπόφευκτη αντίδραση.
Φυσικά, για τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης και του πρώην Σοβιετικού μπλοκ τα κίνητρα ήταν διαφορετικά με αυτά της Ελλάδας. Οι χώρες αυτές ήθελαν να διαφύγουν από τη σοβιετική κυριαρχία και να ζήσουν με τα πρότυπα της δυτικής Ευρώπης.
Από την άλλη, στην Ελλάδα, η εμπιστοσύνη στα κατεστημένα πολιτικά κόμματα έχει εξαφανιστεί ενώ και η εμπιστοσύνη στην δημόσια διοίκηση είναι χαμηλή. Αν και οι Έλληνες είναι πιο πλούσιοι απ’ ότι οι περισσότεροι ανατολικοευρωπαίοι ακόμα και σήμερα, δυσανασχετούν για την απώλεια της προ-κρίσης ευημερίας.
Επομένως το θεμελιώδες πρόβλημα δεν είναι το πρόγραμμα διάσωσης το οποίο, όπως εκτιμούν οι Financial Times πρέπει να είναι γενναιόδωρο, να περιλαμβάνει μεταρρυθμίσεις και να προσφέρει ελάφρυνση του χρέους.
Αλλά και η Γερμανία θα πρέπει να δείξει συμπάθεια για την Ελλάδα. Όμως ακόμα σημαντικότερο είναι η Ελλάδα και οι πιστωτές της να βρουν έναν τρόπο για να κτίσουν την ελληνική λαϊκή στήριξη για τον οικονομικό εκσυγχρονισμό.
Η εμπειρία της Ανατολικής Ευρώπης δείχνει πως ο ενθουσιασμός εξανεμίζεται γρήγορα μπροστά στις δυσκολίες. Και στην Ελλάδα δεν υπάρχει ενθουσιασμός, μόνο εχθρότητα. Ακόμα και αν ο κ. Τσίπρας με κάποιον τρόπο καταφέρει να περάσει τις μεταρρυθμίσεις από τη βουλή, θα έρθει αντιμέτωπος με τις διαδηλώσεις στους δρόμους. Αν με κάποιον τρόπο τις ξεπεράσει, στην καλύτερη περίπτωση, θα αντιμετωπίσει την κωλυσιεργία από μια δημόσια διοίκηση με περιορισμένο ενδιαφέρον για την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων. Αντιμέτωποι με τους μη προσηλωμένους και διχασμένους πολιτικούς άρχοντες, οι γραφειοκράτες θα αργοπορούν.
Σε αυτές τις συνθήκες, αυτό που έχει πραγματικά σημασία δεν είναι αν η Ελλάδα θα καταλήξει εντός ή εκτός ευρωζώνης, αλλά να διασφαλιστεί η στήριξη του ελληνικού λαού για μεταρρύθμιση. Πώς μπορεί να επιτευχθεί όταν έχει χαθεί τόσος καιρός και τόση εμπιστοσύνη; Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Όμως η δημιουργία ενός de facto οικονομικού προτεκτοράτου της ΕΕ στην Ελλάδα θα έχει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Κλέβει από τους Έλληνες την αίσθηση της ευθύνης τους. Τροφοδοτεί τον μύθο ότι η Ελλάδα είναι καταδικασμένη σε ξένη υποτέλεια, είτε υπό τους Τούρκους, τους Ναζί ή τώρα υπό την ευρωζώνη και πίσω από αυτήν, τη Γερμανία.
Πριν από δυο εβδομάδες οι Έλληνες ψήφισαν κατά ενός πακέτου διάσωσης κάπως ηπιότερου από αυτό που προτείνεται τώρα. Λίγοι θέλουν τώρα να στηρίξουν μεταρρυθμίσεις που είναι προσανατολισμένες στην αγορά, πόσω μάλλον να αναλάβουν και προσωπική ευθύνη γι’ αυτές. Οι πιστωτές πρέπει να είναι πιο ευέλικτοι και να έχουν περισσότερη φαντασία.
