Μόνο 0,5% του ΑΕΠ ήταν στην ουσία η διαφορά ανάμεσα στις θέσεις των δανειστών και της κυβέρνησης και αυτή αφορά το έτος 2016, όχι το 2015 για το οποίο υπήρξε συμφωνία.
Αυτό επισημαίνουν πηγές που συμμετέχουν στη διαπραγμάτευση, οι οποίες υπογραμμίζουν ότι τελικά θα πρέπει η ευρωζώνη να αποφασίσει εάν ύστερα από έξι χρόνια ύφεσης στην Ελλάδα θα δοθεί προτεραιότητα σε πραγματικές μεταρρυθμίσεις ή θα ληφθούν και πάλι υφεσιακά μέτρα με περικοπές συντάξεων και πραγματικών μισθών.
Οι ίδιες πηγές διευκρινίζουν ότι για το 2016 οι δανειστές υπολογίζουν δημοσιονομικό κενό της τάξης του 2,5% του ΑΕΠ το οποίο θέλουν να καλυφθεί με παραμετρικές παρεμβάσεις (δηλαδή μέτρα που έχουν άμεσα μετρήσιμο αποτέλεσμα, όπως φόροι, περικοπές κ.λπ). Η ελληνική πλευρά υπολογίζει το κενό για το 2016 σε 1,65% του ΑΕΠ, αλλά σε ένδειξη συμβιβασμού δέχτηκε να υπολογίσει κενό 2% του ΑΕΠ, το οποίο θα καλυφθεί με παραμετρικές αλλαγές.
Για να καλυφθεί η διαφορά του 0,5% του ΑΕΠ , η ελληνική πλευρά πρότεινε ορισμένα διοικητικά μέτρα όπως για παράδειγμα κατά της φοροδιαφυγής, συνολικής εκτιμώμενης απόδοσης 2,3 δισ. ευρώ, ενώ πρότεινε και οι δανειστές να παραχωρήσουν λίγο έδαφος, κατεβάζοντας την εκτίμησή τους για το κενό του 2016.
Οι εκπρόσωποι των δανειστών, όμως, αρνήθηκαν να αποδεχθούν τα διοικητικά μέτρα, χαρακτηρίζοντας αβέβαιο το οικονομικό αποτέλεσμά τους, ενώ επέμεναν ότι τα μέτρα πρέπει να περιλαμβάνουν ένα σημαντικό ποσό από περικοπές συντάξεων, της τάξης του 1% του ΑΕΠ.
Η μείωση των συντάξεων, όμως, θεωρείται απαράδεκτη από την κυβέρνηση, δεδομένου ότι έχουν μειωθεί πολύ τα τελευταία χρόνια, ενώ τα 2/3 των συντάξεων βρίσκονται κάτω από το ευρωπαϊκό όριο της φτώχειας ή κοντά σε αυτό και πολλοί συνταξιούχοι συντηρούν τα παιδιά τους λόγω της ανεργίας.
Γ. Χ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
