Η διάρκειας 10 ετών αύξηση των συναλλαγματικών αποθεματικών που κατέχουν οι ανά τον κόσμο κεντρικές τράπεζες, φτάνει στο τέλος της.
Όπως αναφέρει το πρακτορείο Bloomberg, τα παγκόσμια αποθεματικά μειώθηκαν στα 11,6 τρισ. δολ. τον περασμένο Μάρτιο από το επίπεδο – ρεκόρ των 12,03 τρισ. δολ. του περασμένου Αυγούστου, σταματώντας τον πενταπλασιασμό τους που ξεκίνησε το 2004. Κι ενώ η πτώση μπορεί να υπερεκτιμήθηκε λόγω της ενίσχυσης του δολαρίου που μείωσε και την αξία άλλων νομισμάτων όπως το ευρώ, ωστόσο υπογραμμίζει μια μετατόπιση. Αυτό συνέβη μετά την προσθήκη 824 δισ. δολ. κατ’ έτος στις κεντρικές τράπεζες κυρίως αναπτυσσόμενων χωρών, όπως Κίνα και Ρωσία. Προσθήκη που κράτησε για μια δεκαετία.
Πέραν του ότι οι εξελίξεις σηματοδότησαν τη μεγάλη επιστροφή του δολαρίου ως του αδιαμφισβήτητα κυρίαρχου νομίσματος, η πτώση στα αποθεματικά φέρνει πολλές πιθανές επιπλοκές για τις διεθνείς αγορές. Γίνεται δυσκολότερο για τις αναδυόμενες αγορές να αυξήσουν τις προσφορές χρήματος και να καλύψουν την παραπαίουσα οικονομική ανάπτυξη. Θα μπορούσε επίσης να φέρει περαιτέρω υποχώρηση για το ευρώ, αλλά και να μειώσει τη ζήτηση για αμερικανικά ομόλογα.
“Πρόκειται για μια μεγάλη πρόκληση για τις αναδυόμενες αγορές”, αναφέρει ο Stephen Jen, πρώην οικονομολόγος του ΔΝΤ και συνιδρυτής της SLJ Macro Partners στο Λονδίνο. “Τώρα χρειάζονται μεγαλύτερη ώθηση. Έχει μπει ο σπόρος για μελλοντική μεταβλητότητα”, πρόσθεσε ο ίδιος.
Αφήνοντας απέξω τις επιδράσεις από τις διακυμάνσεις των συναλλαγμάτων, η Credit Suisse εκτιμά ότι η αναπτυσσόμενες οικονομίες που έχουν τα 2/3 των παγκόσμιων αποθεμάτων, ξόδεψαν 54 δισ. δολ. από αυτά κατά το δ’ τρίμηνο, που είναι και το μεγαλύτερο ποσό από την έναρξη της παγκόσμιας κρίσης το 2008.
Σε ό,τι αφορά το ευρώ, η πτώση αναμένεται να συνεχιστεί, καθώς και οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν χαμηλές, αλλά και η ανάπτυξη στις αναδυόμενες αγορές παραμένει ασθενική, μειώνοντας την εισροή δολαρίων με τα οποία συνήθιζαν να “χτίζουν” τα διαθέσιμά τους οι κεντρικές τράπεζες, σύμφωνα με τη Deutsche Bank.
Αυτή η εξέλιξη είναι επιβλαβής για το ευρώ, το οποίο τα τελευταία χρόνια ευνοούνταν από τις αγορές των κεντρικών τραπεζών που ήθελαν να διαφοροποιήσουν τα αποθεματικά τους, λέει ο George Saravelos, επικεφαλής στο τμήμα έρευνας ξένου συναλλάγματος της Deutsche Bank.
Το ευρώ αντιπροσωπεύει πλέον το 22% των παγκόσμιων αποθεματικών από το 2014, που είναι και το μικρότερο ποσοστό από το 2002, ενώ το δολάριο είναι σε υψηλό 5ετίας, ήτοι 63%, σύμφωνα με αμναφορά του ΔΝΤ.
Όσο για τις χώρες που θα αντιμετωπίσουν τις μεγαλύτερες πιέσεις σε ό,τι αφορά τα αποθεματικά τους τα επόμενα χρόνια είναι η Μέση Ανατολή και η Κίνα, σύμφωνα με τον G. Saravelos. Οι κεντρικές τράπεζες εκεί πρέπει να πουλήσουν ευρώ, ανέφερε ο ίδιος.
Από την πλευρά του, ο στρατηγικός αναλυτής της Societe Generale, Albert Edwards, σχολιάζει πως “ο τρόπος που κινούνται τα παγκόσμια συναλλαγματικά αποθεματικά είναι ένας παράγοντας – κλειδί της κάνουλας της παγκόσμιας ρευστότητας και του πώς αυτή κλείνει και ανοίγει” και προσθέτει: “Οταν ξαφνικά τελειώνει το καθεστώς της απώλειας χρημάτων, οι τιμές των assets στις αναδυόμενες αγορές συνήθως αποτελούν τα πρώτα θύματα”.
