search icon

Οικονομία

“Με τα μάτια ανοιχτά” – Το ζήτημα των αστέγων στο Φεστιβάλ Αθηνών

Ο Πρόδρομος Τσινικόρης προσεγγίζει το ζήτημα των αστέγων στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών

Του Δημήτρη Χαλιώτη

«Βλέπω το θέατρο σαν έναν χώρο όπου συναντιούνται άνθρωποι που δεν θα συναντιόνταν υπό άλλες συνθήκες και που μοιράζονται εμπειρίες που δεν θα μοιράζονταν υπό άλλες συνθήκες και που με το τέλος της παράστασης -τόσο για εκείνους που ήρθαν ως θεατές, όσο και για εκείνους που συμμετείχαν ως πρωταγωνιστές- κάτι άλλαξε μέσα τους».

Ο Πρόδρομος Τσινικόρης είναι, κατά τη γνώμη μου, το πρότυπο του καλλιτέχνη. Ενας ανήσυχος, ταλαντούχος δημιουργός, που ψάχνεται συνεχώς μέσα από την τέχνη του, αναζητά νέες φόρμες, έχοντας πάντα ανοιχτά τα μάτια του στην κοινωνική πραγματικότητα. Eνας άνθρωπος χωρίς προκαταλήψεις και δογματισμούς, ανά πάσα στιγμή έτοιμος να ακούσει και να αναθεωρήσει. Eνας διεισδυτικός παρατηρητής της εποχής μας, που φιλοδοξεί μέσα από τις παραστάσεις του να μας μετατοπίσει.

Μοιρασμένος ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γερμανία, ο Πρόδρομος γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Βούπερταλ για να έρθει στην Ελλάδα στα 18 του χρόνια, επιλέγοντας να σπουδάσει θέατρο στο Αριστοτέλειο στη Θεσσαλονίκη. «Νομίζω πως υποσυνείδητα ενεργοποιήθηκε αυτή η επιθυμία των γονιών μου να γυρίσω στην Ελλάδα. Γι’ αυτό με πήγαν και σε ελληνικό σχολείο στα έξι μου χρόνια. Με την προοπτική ότι όταν τελείωνα το σχολείο θα γυρνούσα στην Ελλάδα», μου λέει. Ξεκινάει να εργάζεται σαν ηθοποιός, μέχρι που το 2010 η συνεργασία του με τους Rimini Protokoll και η επαφή του με το αποκαλούμενο «Θέατρο της Πραγματικότητας» θα ανατρέψει όλη την κοσμοθεωρία του.

Τα τελευταία πέντε χρόνια ο Πρόδρομος -άλλοτε μόνος του και άλλοτε σε συνεργασία με τον Ανέστη Αζά- παρουσιάζει παραστάσεις που συγκαταλέγονται στο είδος του «θεάτρου-ντοκιμαντέρ». «Είναι θεατρικές παραστάσεις στις οποίες δεν συμμετέχουν ηθοποιοί, αλλά άνθρωποι στον πραγματικό κοινωνικό τους ρόλο», μου διευκρινίζει. Κάπως έτσι προέκυψαν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες δουλειές, όπως το «Τηλέμαχος – Should I stay or should I go?» και το “X Apartments – Athens”, υπό την αιγίδα της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών. Από τις 2 έως τις 8 Ιουλίου όμως ο Πρόδρομος ετοιμάζεται να παρουσιάσει στο Φεστιβάλ Αθηνών ίσως το πιο ενδιαφέρον και ταυτόχρονα το υψηλότερου ρίσκου πρότζεκτ του, ακουμπώντας σε ένα από τα πλέον ευαίσθητα θέματα της εποχής μας. Το θέμα των αστέγων.

«Στη μέση του δρόμου». Αυτός είναι ο τίτλος της νέας του παράστασης, που μέσα από μία πολύ συγκεκριμένη διαδικασία θα οδηγήσει τον «θεατή» σε μία εξατομικευμένη, τετ α τετ συνάντηση με έναν άστεγο. Το θέμα είναι εξαιρετικά λεπτό. Ο χειρισμός του όμως από τον Πρόδρομο είναι κάτι παραπάνω από προσεκτικός, αποπνέοντας έναν τεράστιο σεβασμό απέναντι στη συγκεκριμένη ευπαθή κοινωνική ομάδα.

Το σημείο συνάντησης είναι η πλατεία Κλαυθμώνος. Μόλις επτά θεατές συμμετέχουν στα ωριαία γκρουπ, που αρχίζουν στις 5 το απόγευμα, με το τελευταίο να συγκεντρώνεται στις 8 το βράδυ. «Η παράσταση χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο είναι το ακουστικό κομμάτι, στο οποίο ο θεατής απλώς ακούει μία ιστορία, την αφήγηση ενός αστέγου», μου εξηγεί ο Πρόδρομος. Δεν ακούν όλοι οι θεατές την ίδια ηχογράφηση. Κάθε θεατής φορώντας ακουστικά ακούει τη δική του ξεχωριστή αφήγηση.

«Είναι η πρώτη φορά που δουλεύω με mp3 player. Το μέσο πάντα εξυπηρετεί τη δραματουργία. Διάλεξα τα ακουστικά γιατί ήθελα ο θεατής στην πρώτη φάση της παράστασης να ακούει τους άστεγους, αλλά να μην τους βλέπει. Ξέρεις, οι περισσότεροι από εμάς δεν ξέρουμε κάποιον άστεγο προσωπικά. Ηθελα λοιπόν ο θεατής ξεκινώντας η παράσταση να ακούει μια φωνή, που θα μπορούσε να είναι ο οποιουδήποτε ανθρώπου που έχει συναντήσει στους δρόμους της Αθήνας. Να μη συνδέσει τη φωνή με κάποιο πρόσωπο, με κάποια εικόνα και να επικεντρωθεί στην αφήγηση της ιστορίας του», σχολιάζει ο Πρόδρομος.

Το δεύτερο μέρος της παράστασης περιλαμβάνει τη συνάντηση με τον ίδιο τον άστεγο σε ένα μέρος, όπου αυτή η συνάντηση λειτουργεί ισότιμα και για τους δύο. «Δεν είναι ένα μέρος, που θυμίζει “αστεγία”, δεν είναι ένα παγκάκι ή η είσοδος μιας πολυκατοικίας. Είναι ένα σημείο που είναι καθοριστικό σε συμβολικό επίπεδο για τη ζωή του ανθρώπου αυτού», μου λέει και σπεύδει να διευκρινίσει ξανά: «Κάθε θεατής συναντά μόνος του τον άστεγο, την αφήγηση του οποίου έχει μόλις ακούσει. Δεν υπάρχει κάποιο πρωτόκολλο σε αυτή τη συνάντηση. Θέλω αυτό που θα προκύψει εκείνη τη στιγμή να είναι πηγαίο. Μπορεί να είναι μία σιωπή, μπορεί να είναι μια κουβέντα 30 λεπτών».

«Πώς προσέγγισες τους άστεγους για να συμμετάσχουν στην παράσταση;», αναρωτιέμαι. «Αυτό που δεν έκανα ήταν να “ενοχλήσω” ανθρώπους που κινούνται στον δρόμο και να τους πω αν θέλουν να παίξουν σε μια παράσταση. Δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να κάνω κάτι τέτοιο», μου επισημαίνει και συνεχίζει: «Απευθύνθηκα στο περιοδικό “Σχεδία” και ζήτησα να με φέρουν σε επαφή με ανθρώπους που είναι άστεγοι. Αστεγος δεν σημαίνει μόνο ένας άνθρωπος που κοιμάται στον δρόμο. Αστεγος είναι κι αυτός που κοιμάται σε ξενώνα. Είναι κι αυτός που φιλοξενείται μια εβδομάδα σε ένα σπίτι και μετά πηγαίνει αλλού. Ηθελα να σεβαστώ το γεγονός ότι ένας άνθρωπος, που μπορεί πρόσφατα να έχει χάσει το σπίτι του, ίσως να μην έχει όρεξη να συμμετάσχει».

«Ολοι αυτοί οι άνθρωποι που συμμετέχουν έχουν μία φοβερή αξιοπρέπεια και ανιδιοτέλεια. Κανένας δεν το κάνει για τα λεφτά. Οταν συναντώ κάποιον για να συμμετέχει σε ένα πρότζεκτ μου, πρώτα σιγουρεύομαι ότι το κάνει επειδή του αρέσει η ιδέα, ότι θέλει να μοιραστεί κάτι με τον κόσμο, και στο τέλος αναφέρομαι στην αμοιβή. Είναι πολύ σημαντική φυσικά η αμοιβή. Ζούμε σε μία εποχή που κανένας δεν πληρώνεται. Ομως δεν θέλω ο άλλος να το κάνει για τα λεφτά», μου υπογραμμίζει. Είναι πολύ ευαίσθητο το θέμα και ο ίδιος έχει μία φοβερή αγωνία μήπως παρεξηγηθεί η πρόθεσή του. Για όσους έχουν δει παραστάσεις του ξέρουν ότι ο Πρόδρομος δεν ανήκει σε αυτούς που εκμεταλλεύονται ανθρώπους και καταστάσεις. Ο κίνδυνος παρεξήγησης αφορά αυτούς που δεν τον ξέρουν ως καλλιτέχνη, γι’ αυτό και επανέρχεται πολλές φορές σε αυτή την παράμετρο στη συζήτησή μας.

«Μπορεί κάποιος να πει ότι “Α, έδωσε λεφτά στους άστεγους κι αυτοί είπαν τις ιστορίες τους!”. Δεν είναι έτσι. Την πιο ωραία απάντηση πάνω σε αυτό μου την έδωσε ένας από τους συμμετέχοντες, που μου είπε: “Αν στο πει ποτέ κανένας αυτό, θες να τον στείλεις σε μένα να του πω εγώ γιατί συμμετέχω σε όλο αυτό; Γιατί να υποθέσει κανείς ότι αυτό το κάνω για τα λεφτά; Δηλαδή εγώ είμαι χαζός και δεν μπορώ να καταλάβω αν ο Πρόδρομος θέλει να με εκμεταλλευτεί; Χρειάζομαι κάποιον “πατερούλη” για να μου το υπενθυμίζει, επειδή ανήκω σε μία ευπαθή κοινωνική ομάδα;’», μου λέει.

«Τι θα ακούσουμε σε αυτές τις αφηγήσεις; Για τι μιλάνε αυτοί οι άνθρωποι;», τον ρωτάω. «Οι κουβέντες που κάναμε ήταν περίπου στη μιάμιση με δύο ώρες και αφορούσαν τα πάντα. Τους έκανα κάποιες ερωτήσεις από το “πότε χόρεψες τελευταία φορά” μέχρι το “πότε γεννήθηκες”, “ποιο είναι το αγαπημένο σου τραγούδι’…» μου απαντά, τονίζοντάς μου ότι όποιος δεν θέλει να απαντήσει κάτι δεν του το λέει. «Δεν είναι reality TV. Πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν ιστορίες που αξίζει να ειπωθούν και δεν χρειάζεται να γίνει ένας τουρισμός μιζέριας».

Στη συνέχεια αυτές οι συνεντεύξεις απομαγνητοφωνήθηκαν, συμπτύχθηκαν σε μικρότερης διάρκειας αφηγήσεις μέσα από τη δραματουργική επεξεργασία του κειμένου και ηχογραφήθηκαν από τους αστέγους. «Μα μπορούν να το ηχογραφήσουν φυσικά; Τους βάζεις σε ρόλο ηθοποιού με αυτόν τον τρόπο;», απορώ. «Αν έπαιρνα εγώ ή εσύ το κείμενο του ανθρώπου αυτού θα το παίζαμε. Ο ίδιος δεν το παίζει, γιατί είναι δικό του. Είναι σαν να διαβάζει το ημερολόγιό του. Οπως δεν το χρωμάτισε όταν το είπε, δεν το χρωματίζει και μετά», μου εξηγεί ο Πρόδρομος.

«Σου έχει πει κάποιος “δεν το εννοούσα έτσι αυτό που έγραψες’;», τον ρωτάω. «Ναι, πολλές φορές. Μπορεί πάνω στην απομαγνητοφώνηση ή τη συγγραφή των κειμένων να γράψεις κάτι που ο άλλος να μην το εννοούσε έτσι. Ή να έχει μετανιώσει που το είπε και να μην θέλει να μπει. Το δουλεύεις μαζί του και το αλλάζεις. Κανένας δεν πηγαίνει στο μικρόφωνο να πει κάτι που δεν θέλει», μου λέει.

Αναρωτιέμαι τι συναισθήματα γεννάει στον ίδιο η εικόνα ενός άστεγου. «Γίνεται κάτι περίεργο με τους άστεγους. Αποτελούν ένα ερωτηματικό. Ο πρόσφυγας είναι πρόσφυγας. Μπορείς να φανταστείς ένα παρελθόν πίσω από αυτόν. Στους άστεγους λειτουργεί το στερεότυπο του ανθρώπου που κατέστρεψε τη ζωή του, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν ισχύει. Με όσους άστεγους έχω μιλήσει είναι άνθρωποι οι οποίοι εξαιτίας προσωπικών χτυπημάτων που δέχτηκαν στη ζωή τους δεν μπόρεσαν να διαχειριστούν πολύ δύσκολες φάσεις της ζωής τους και σε συνδυασμό με μία σχεδόν εγκληματική συμπεριφορά του κράτους απέναντί τους οδηγήθηκαν στην “αστεγία”. Δεν γίνεται ένας άστεγος να μην μπορεί να κλείσει τα βιβλία του, επειδή χρωστάει στην εφορία. Δεν μπορεί να θεωρείται ακόμα ελεύθερος επαγγελματίας και να μην του παρέχεται κάποιο επίδομα για βοήθεια. Ακουσα πολλές τέτοιες ιστορίες», μου εξομολογείται δίνοντας έμφαση στην απέραντη αξιοπρέπεια αυτών των ανθρώπων. «Οταν τους ρωτάς αν φοβούνται κάτι, σου απαντούν: “Εχω ζήσει αυτό. Δεν φοβάμαι τίποτα».

Στόχος της παράστασης δεν είναι η εύκολη συγκίνηση. «Είναι πολύ εύκολο να φτιάξεις μια παράσταση με μόνο σκοπό να συγκινηθεί ο θεατής. Θα ήθελα να προβληματιστεί ο θεατής απέναντι στα πιστεύω που είχε για τους αστέγους, για τον εαυτό του, για τον κοινωνικό ρόλο του κράτους». Την εσωτερική μας μετατόπιση επιζητά ο Πρόδρομος. Είναι κάτι παραπάνω από σαφές. Δεν θέλει ο άστεγος να γίνει ένα υποκείμενο θέασης και παρατήρησης. Θέλει αυτή η συνάντηση να λειτουργήσει ισότιμα και για τους δύο. Να μάθει ο ένας από τον άλλον. «Πιστεύω ότι έχοντας ακούσει την αφήγηση αυτού του ανθρώπου πριν, ο θεατής θα είναι πολύ πιο ανοιχτός απέναντί του συγκριτικά με το αν τον έβαζε κάποιος να κουβεντιάσει ξαφνικά με έναν άστεγο. Είναι σαν να πηγαίνεις σε ένα blind date με έναν άνθρωπο, που αποδεικνύεται πολύ ανοιχτός απέναντί σου και μπορείς να συζητήσεις ό,τι θες», τονίζει.

Γνωρίζει ότι οι αντιδράσεις του κόσμου θα είναι ανάμεικτες. «Μπορεί και να ενοχλήσει. Αν αρέσει η παράσταση σε όλους μάλλον κάτι δεν πήγε καλά», παρατηρεί. Και πρόσφατα στο “X Apartment – Athens” υπήρξαν άνθρωποι που αντέδρασαν. Ακουσε όμως και σχόλια από θεατές, που αποδεικνύουν αυτήν ακριβώς την εσωτερική μετατόπιση. «Μία κοπέλα μού είπε ότι η παράσταση την έκανε να αποφασίσει να επισκεφθεί τη μητέρα της στο νεκροταφείο, όπου είχε πολλά χρόνια να πάει, γιατί κάτι της τη θύμισε. Μια άλλη μου είπε ότι χώρισε με τον φίλο της μετά την παράσταση, γιατί κατάλαβε ότι άλλα πράγματα θέλει στη ζωή».

Δεν μου το λέει ο ίδιος, αλλά φαντάζομαι ότι τέτοιες εκμυστηρεύσεις σου δίνουν δύναμη να συνεχίσεις. Σε ψηλώνουν λίγο. Φαντάζομαι ότι σκέφτηκε ότι άξιζε τον κόπο που για δυόμισι χρόνια περιπλανιόταν για χάρη της δουλειάς με μια βαλίτσα από πόλη σε πόλη, χωρίς να έχει δικό του σπίτι. «Δεν είχα έδρα, δεν είχα δικό μου σπίτι. Εμενα σε διαμερίσματα θεάτρου που σου παραχωρούνται στο εξωτερικό από την θεατρική παραγωγή, σε ξενοδοχεία ή σε φίλους. Δεν καθόμουν πουθενά ένα εξάμηνο, ας πούμε, για να μπω στη διαδικασία να νοικιάσω ένα σπίτι», παραδέχεται. Εδώ και έναν χρόνο έχει εγκατασταθεί πιο μόνιμα στην Αθήνα, νοικιάζοντας ένα διαμέρισμα στο Παγκράτι.

«Ενώ συνεχίζω μαζί με τον Ανέστη να κάνω δουλειές στη Γερμανία, αποφάσισα να μένω περισσότερο καιρό στην Ελλάδα, γιατί εδώ υπάρχουν τα θέματα που με ενδιαφέρουν. Οχι ότι δεν υπάρχουν στη Γερμανία, αλλά για να τα ανακαλύψεις πρέπει να ζήσεις εκεί περισσότερο. Εδώ μόνο στον δρόμο να βγεις ή μια εφημερίδα να ανοίξεις, θα πεις “ναι, αυτό θα ήθελα να το κάνω παράσταση!’», σχολιάζει.

«Ποια θα ήταν η ιδανική συνθήκη για σένα;», τον ρωτάω λίγο πριν το τέλος της κουβέντας μας. «Να μπορώ να δουλεύω εδώ στην Ελλάδα με επαγγελματικούς όρους, όπως συμβαίνει στη Γερμανία. Εννοώ να μη χρειάζεται να κάνεις αγωγή για να πληρωθείς, όπως έκανα στο ΚΘΒΕ για λεφτά που μου χρωστάει. Να μη χρειάζεται να δουλεύεις δύο και τρεις δουλειές για να μπορείς να κάνεις και θέατρο. Επιζητώ μία συνθήκη όπου το επάγγελμά μου δεν αντιμετωπίζεται ως χόμπι», μου απαντά και αναρωτιέμαι αν κάτι τέτοιο είναι εφικτό σε μία χώρα που έχει βουλιάξει στην κρίση. «Δεν χρειάζεται να τελειώσει η κρίση για να αρχίσουν να πληρώνονται οι άνθρωποι. Είναι θέμα διαχείρισης χρημάτων», μου υπενθυμίζει. «Τα λεφτά που δινόντουσαν για τις επιχορηγήσεις ήταν περί τα 2,5 εκατομμύρια ευρώ. Δεν νομίζω ότι δεν μπορούν να βρεθούν αυτά τα χρήματα. Με αυτά τα χρήματα κάποιοι μπορούσαν να δουλεύουν αξιοπρεπώς. Δεν μπορώ να δικαιολογήσω σε καμία περίπτωση ως οικονομικό μέτρο τη διακοπή των επιχορηγήσεων».

Exit mobile version