Ο προκάτοχός του διέθετε αυτοπεποίθηση – ή κατά άλλους έπαρση – που κυριολεκτικά έσπαγε κόκαλα. Προφανώς αποκτηθείσα, μετά από χρόνια ψυχοθεραπείας, στη… λάγνα Αμερική, όπου δίδασκε στους αυριανούς καπιταλιστές τη «Θεωρία των Παιγνίων».
Αντίθετα ο ίδιος φαίνεται ότι διαθέτει την ευγένεια του ανατραφέντα υπό το πνεύμα της Γηραιάς Αλβιόνας. Χαμηλών τόνων, ήσυχος, ανεπιτήδευτος, καμία φορά σχεδόν απλοϊκός.
Ο λόγος για τον υπουργό Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτο. Ο Τσακαλώτος ολοφάνερα δεν διαθέτει τον «τσαμπουκά» του Βαρουφάκη. Δεν διαθέτει ούτε την ίδια ευφράδεια λόγου. Σαφώς δεν είναι ο πολιτικός που θα ανέβει στο μπαλκόνι και θα σαγηνεύσει τα πλήθη.
Είναι, όμως, ο άνθρωπος που όταν χρειάστηκε βγήκε από τη σκιά, για να κάνει τη «βρώμικη δουλειά». Είναι ο αριστερός – άνευ εισαγωγικών – που κλήθηκε να διαπραγματευθεί με τα θηρία της αγαπημένης, δημοκρατικής, πολιτισμένης Ευρώπης και τελικώς να υπογράψει τον συμβιβασμό, την παράδοση άνευ όρων, τη συνθηκολόγηση, την υποταγή.
Μπορεί η «βαριά» υπογραφή στο μνημόνιο να είναι αυτή του Τσίπρα, αλλά και ο Τσακαλώτος, έγραψε στο τέλος του κειμένου το δικό του όνομα. Και λοιδορήθηκε ακόμη και γι’ αυτό. Για το «υπονοούμενο» που αφήνει η υπογραφή του.
Ως φαίνεται είναι εκ των ανθρώπων που όταν αναλάβουν μία δουλειά θα τη φέρουν εις πέρας. Άλλωστε αυτός καλείται πριν από όλους τους άλλους υπουργούς να «εκτελέσει» το τρίτο μνημόνιο, «εκτελώντας» την ίδια στιγμή μία ολόκληρη κοινωνία, η οποία, όμως, με δεδομένες τις επιλογές της, την παγωμένη στάση της, την έλλειψη οποιασδήποτε αντίδρασης, μάλλον έχει την εξουσία που της αξίζει. Όπως της άξιζαν και οι προηγούμενες που είχε, είτε πριν είτε κατά τη διάρκεια των μνημονίων.
Ταυτόχρονα, όμως, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι ένας δυστυχής άνθρωπος. Απόλυτα δυστυχής. Κοιτάξτε τον στις φωτογραφίες που δημοσιεύονται στα ΜΜΕ. Κοιτάξτε τον στα πλάνα της τηλεόρασης. Ακόμη και όταν θυμώνει δεν είναι ξεκάθαρο εάν η επίθεση που προσπαθεί να ασκήσει είναι ενάντια στους αντιπάλους ή στον ίδιο του τον εαυτό. Ίσως γιατί είναι ο μόνος που έχει καταλάβει τι εφαρμόζει και το «να δεις τί σου ‘χω για μετά».
Θα μπορούσε, φυσικά, να πει κάποιος ότι «εάν δεν πιστεύει αυτό που κάνει, εάν είναι αντίθετος ας παραιτηθεί και ας πάει σπίτι του ή ας γυρίσει στους φοιτητές του, να τους διδάσκει ανεφάρμοστες, μαρξιστικές θεωρίες». Ορθόν το επιχείρημα.
Όμως ο Ευκλείδης Τσακαλώτος δεν πρόκειται να το κάνει. Εκτός εάν του το ζητήσουν. Μπορεί να μη διαθέτει τσαμπουκά, μπορεί να μην μπορεί να πει «μεγάλες, αριστερές κουβέντες», αλλά όλα δείχνουν ότι έχει μάθει πως για να δουλέψει μία μηχανή – ακόμη και λάθος – χρειάζεται κάθε γρανάζι να κάνει αυτό που του έχει ανατεθεί.
Έχω την αίσθηση, πάντως, ότι κάνει τα πάντα με προσωπικό κόστος. Και πολλές φορές κοιτάζοντας προς το μέρος μας, με το λυπημένο του βλέμμα είναι σαν να κραυγάζει: «Από την κόλασή μου σου φωνάζω, εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω»….