Πυρετός διαπραγματεύσεων μεταξύ Ελλάδας και εταίρων διεξάγεται στο παρασκήνιο με τη μεσολάβηση του προέδρου της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ ο οποίος φέρεται να προωθεί προτάσεις που θα διευκολύνουν τη συνεννόηση στο αυριανό eurogroup και τη σύνοδο κορυφής της Πέμπτης.
Το σχέδιο που θα συζητηθεί στο Eurogroup με βάση την πρόταση της ελληνικής πλευράς, η οποία συμβαδίζει με τις προτάσεις της Κομισιόν, το ακριβές περιεχόμενο των οποίων δεν έχει γίνει γνωστό, προβλέπει ανάμεσα σε άλλα την παροχή χρόνου μέχρι τα τέλη Αυγούστου, τη χρηματοδότηση στο μεταξύ και την υλοποίηση κάποιων μεταρρυθμίσεων από το προηγούμενο πρόγραμμα, όχι όμως όλων.
Προτείνεται, δηλαδή, μια ενδιάμεση συμφωνία, η οποία θα εμπεριέχει κάποια από τα στοιχεία του προηγούμενου προγράμματος, όχι όμως όλα και κυρίως όχι εκείνα τα οποία έχουν μεγάλο πολιτικό κόστος για την ελληνική κυβέρνησης, όπως τα μέτρα για το ασφαλιστικό, τα συνδικαλιστικά δικαιώματα κ.λπ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο υπουργός Οικονομικών Γιάννης Βαρουφάκης είπε μιλώντας στη Βουλή χθές ότι η κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να υλοποιήσει το 70% των μεταρρυθμίσεων που προβλέπονται στο μνημόνιο, εφόσον όμως αφαιρεθούν το υπόλοιπο 30%.
Η ελληνική πλευρά προτείνει ακόμη να «αντικαταστήσει» αυτό το 30% των μεταρρυθμίσεων που θα φύγουν από τη μέση, με άλλες ενέργειες, οι οποίες θα αποτελέσουν έκπληξη και θα βασίζονται στη λεγόμενη «εργαλειοθήκη» του ΟΟΣΑ, μέτρα δηλαδή για το άνοιγμα των αγορών, την ενίσχυση του ανταγωνισμού και τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.
Προτείνει, ακόμη, τη μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος, από 3% που προβλεπόταν στο παλιό πρόγραμμα σε 1,5%, μέτρα για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και διευθέτηση του χρέους με swap (ανταλλαγή ομολόγων). Για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών, ζητείται η επιστροφή του 1,9 δισ. ευρώ από τα κέρδη που είχε το ευρωσύστημα και η καταβολή της δόσης των 7,2 δισ. ευρώ (διαβάστε περισσότερα εδώ).
Το πρώτο πρόβλημα που υπάρχει σήμερα στις διαπραγματεύσεις εντοπίζεται κυρίως στο ότι ο σκληρός πηρύνας των εταίρων, με πρώτη τη Γερμανία επιμένει στο να ζητηθεί παράταση στο προηγούμενο πρόγραμμα, διότι εάν το τελευταίο δεν κλείσει με κάποιο τρόπο δεν μπορεί να συζητηθεί οτιδήποτε άλλο. Το επιχείρημά τους είναι ότι το πρόγραμμα αυτό βασίζεται σε μια συμφωνία με το σύνολο των χωρών της ευρωζώνης η οποία δεν μπορεί να πεταχθεί στον κάλαθο των αχρήστων, διότι τότε η νέα συμφωνία δεν θα έχει αξιοπιστία.
Η ελληνική πλευρά όμως ελπίζει ότι η πρόταση που θα καταθέσει επιτρέπει να ξεπεραστεί ο σκόπελος αυτός, καθώς το νέο πρόγραμμα θα είναι μεν καινούριο, αλλά θα περιέχει και στοιχεία από το παλιό, γεγονός που θα επιτρέψει να μιλάμε για «ενδιάμεση συμφωνία», έστω κι αν κάποιοι από τους εταίρους το θεωρήσουν «παράταση».
Το δεύτερο πρόβλημα αφορά στην ουσία και συνδέεται με κάποιες υποχρεώσεις που υπήρχαν στο προηγούμενο πρόγραμμα και αφορούσαν κυρίως το ασφαλιστικό και τις αποκρατικοποιήσεις.
Για το μεν ασφαλιστικό η απόρριψη ή έστω η αναβολή των μέτρων σημαίνει ότι θα επιβαρυνθούν τα ασφαλιστικά ταμεία και κατ΄επέκταση ο κρατικός προϋπολογισμός από τον οποίο χρηματοδοτούνται.
Η κυβέρνηση, όμως, θεωρεί ότι είναι αδύνατον να ληφθούν πρόσθετα ασφαλιστικά μέτρα, όχι μόνο λόγω πολιτικού κόστους, αλλά και επειδή κάτι τέτοιο θα ενισχύσει τις υφεσιακές τάσεις, αφού θα αφαιρέσει εισόδημα από τη ζήτηση στην οικονομία.
Σε σχέση με τις αποκρατικοποιήσεις, οι εταίροι προβάλουν το επιχείρημα ότι αυτές αποτελούν μέρος του σχεδιασμού και πρόκειται να αποφέρουν έσοδα, τα οποία εάν δεν πραγματοποιηθούν θα «ρίξουν έξω» όλη το σχεδιασμό.
Πάντως από ελληνικής πλευράς πέφτει στο τραπέζι και το θέμα της αξιοποίησης δημόσιας περιουσίας, με όρους πάντως που δεν θα συνιστούν ξεπούλημα και είναι χαρακτηριστικό ότι πηγές του Υπουργειου Οικονομικών τάσσονταν υπέρ της αποκρατικοποίησης του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς.
