Ο κίνδυνος του Grexit πρέπει να φύγει και πάλι από τα σενάρια. Πώς θα γίνει αυτό; Αν τα νούμερα πέσουν στο τραπέζι. Τότε μόνο η αξιοπιστία θα ανακτηθεί και η κυβέρνηση θα μπορέσει να κερδίσει αυτά που θα της εξασφαλίσουν την πολιτική ακολουθία απέναντι σε αυτά που θέλει να πρεσβεύει ότι είναι συνεπής.
Παράλληλα, θα ανακτηθεί η εμπιστοσύνη της αγοράς που είναι απαραίτητη για να λειτουργήσει η οικονομία και να ανακάμψει η κοινωνία. Τα 2 δισ. ως νούμερο για την ανθρωπιστική κρίση είναι πάντως σημαντικό καθώς αναφέρονται στο 2015. Η ελληνική πλευρά έχει κόκκινες γραμμές που έχουν να κάνουν με τις συντάξεις, τις απολύσεις και το Ασφαλιστικό. Ολα δείχνουν ότι θα δώσει το βάρος στην ενίσχυση των φορολογικών εσόδων, προτάσσοντας μάλιστα προσδοκίες για υψηλά νούμερα εισπράξεων με βάση μέτρα που επεξεργάζεται για να τονίσει την αξιοπιστία της απέναντι στους εταίρους-πιστωτές.
Ενα επιχείρημα σε αυτή την κατεύθυνση είναι και τα έσοδα από την είσπραξη του ΕΝΦΙΑ, τα οποία πιστοποίησαν τη λειτουργικότητα του μέτρου ακόμα και στην παρούσα φάση. Oι απαιτήσεις πάντως θα είναι ιδιαίτερα αυξημένες από την πλευρά των εταίρων, οι οποίοι ζητούν συγκεκριμένες προτάσεις και σε κάθε περίπτωση θεωρούν ανεπαρκείς -αν όχι αστείες- ορισμένες από αυτές που έχουν μέχρι τώρα δημοσιοποιηθεί.
Εδώ είναι και το crash test του πρωθυπουργού, ο οποίος θα έχει την απόλυτη πολιτική εποπτεία των προτάσεων της ελληνικής πλευράς. Το δημοσιονομικό κενό δεν επιτρέπει σχεδιασμούς επί χάρτου, αλλά αποτελεσματικά στοιχεία που θα πείσουν για απελευθέρωση της χρηματοδότησης. Ομως αυτός πρέπει να είναι και ο ρόλος του νέου οικονομικού επιτελείου – αν θέλει να ανταποκριθεί στη λαϊκή εντολή που πήρε. Και ασφαλώς, δεν είναι η άρνηση των πάντων που οδηγεί σε κρίση την οικονομία και στην επιστροφή της τόσο επικίνδυνης παραφιλολογίας του Grexit.
To ζήτημα που θα συζητηθεί επίσης είναι οι ιδιωτικοποιήσεις. Εκεί θα υπάρξουν πολλές κουβέντες και διαπραγματεύσεις, και αυτό είναι καλό, για να καταλάβουν όλες οι πλευρές πώς μπορούν τα ξένα κεφάλαια να βοηθήσουν μια οικονομία όπως η ελληνική. Θα μπορούσαν ήδη οι ελληνικές κυβερνήσεις να είχαν προχωρήσει σε συνεργασίες με τη μορφή joint venture με μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες, όπου είτε το Γαλλικό είτε το Ιταλικό Δημόσιο είναι οι μεγαλύτεροι μέτοχοι, όπως η EDF.
Είναι εμφανές ότι εφόσον εννοούμε ότι θέλουμε να παραμείνουμε στην Ευρωζώνη, πράγμα που επιθυμεί και το συντριπτικό ποσοστό της κοινωνίας σύμφωνα με τα γκάλοπ, πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να αποκατασταθεί η ομαλότητα στην οικονομία. Μόνο έτσι η κυβέρνηση θα είναι σε θέση να εκμεταλλευτεί τα πλεονεκτήματα για να υλοποιήσει τους στόχους της κοινωνικής πολιτικής, αλλά και στη συνέχεια να πείσει τους Ευρωπαίους για αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που θέλει να κάνει.
Αυτά μπορεί να είναι ένα πρώτο ξεκίνημα. Απαιτείται όμως ένα πιο ολοκληρωμένο σχέδιο που θα βοηθήσει τους ρυθμούς ανάκαμψης και θα συμβάλει θετικά στη συζήτηση για το χρέος που θα ακολουθήσει. Μια μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων που προτάσσει ήδη η ελληνική πλευρά δεν κρατά τους στόχους για το χρέος στα επίπεδα του 2020. Οι πληροφορίες μιλούν για 11 δισ. ευρώ αρχικά, που ενδεχομένως να φτάσουν τα 40 σε βάθος τετραετίας ως νέο πρόγραμμα. Δεν αποκλείεται μάλιστα να ξαναδούμε πρόταση που επαναφέρει την προληπτική γραμμή στήριξης.
Παράλληλα, θα πρέπει να προσέξει πάρα πολύ τις παραγωγικές μονάδες και τη βιομηχανία όσον αφορά στη φορολογία και την ανταγωνιστικότητα, παράγοντες που συνδέονται με την απασχόληση και τους αξιοπρεπείς μισθούς των εργαζομένων. Η παρακράτηση του 26% όπως έγινε, που συμπεριλήφθηκε στο νομοσχέδιο δεν βοηθά τις επιχειρήσεις – ειδικά στην παρούσα φάση.