Έχεις μία οικονομία σε ουσιαστική παρακμή, της οποίας ο λαός βίωνε μία επίπλαστη ευμάρεια. Ένας λαός που πίστεψε το «Λεφτά υπάρχουν», αναθάρρησε με το «Ζάππειο» (ένα, δύο, τρία και τέσσερα παιδιά) και άρχισε να χαμογελά σχεδόν ευτυχισμένος, καθώς εκτίμησε ότι, όντως, «Η Ελπίδα έρχεται».
Κατά τη διάρκεια της τελευταίας 6ετίας ο ελληνικός λαός ανακάλυψε ότι ούτε λεφτά υπάρχουν, ότι το Ζάππειο είναι μόνο για να περπατούν οι ξανθομαλλούσες νέες και ότι η Ελπίδα προτίμησε να τον ξεχάσει.
Μία οικονομία σε παρακμή, η οποία μετατράπηκε στο απόλυτο πειραματόζωο της αγαπημένης μητέρας Ευρώπης, συνεπικουρούμενης και από την τεχνοκρατική ομπρέλα του ΔΝΤ. Έξι χρόνια μετά το πρώτο μνημόνιο, εκείνη η οικονομία έχει μετατραπεί σε πραγματικό κουφάρι. Περισσότερο από 1,5 εκατ. άνεργοι, ύφεση, λουκέτα, φυγή της ελπίδας που είναι οι νέοι, καταρτισμένοι άνθρωποι, φόροι, περικοπές, συσσίτια και εν τω μέσω όλων των παραπάνω κλιμάκωση της προσφυγικής κρίσης.
Όμως οι γιατροί επιμένουν να πιστεύουν ότι το πειραματόζωο θα πρέπει να συνεχίσει την ίδια θεραπεία. Το φάρμακο είναι ένα: λιτότητα. Το μόνο που αλλάζει είναι η δοσολογία. Δεν έχει σημασία εάν η κατάσταση του ασθενούς δεν βελτιώνεται. Από τη στιγμή που δεν έχει πεθάνει – ή έστω συνεχίζει να αναπνέει έστω και οριακά – τότε αντέχει και άλλα, γιατί να μην πειραματιστούμε λίγο ακόμη μαζί του;
Θα ρωτήσει, βέβαια, κάποιος: και οι ίδιοι οι Έλληνες – οι πολίτες, όχι οι πολιτικοί για να εξηγούμαστε – είναι άμοιροι ευθυνών για την κατάντια αυτής της οικονομίας; Όχι δεν είναι. Δεν είμαστε. Ο καθένας, στο μέτρο που του αναλογεί, έχει τις ευθύνες του. Ο καθένας όταν μπορεί φοροδιαφεύγει, προτιμά να μην πάρει απόδειξη για να πληρώσει λιγότερα. Και το πράττει όχι μόνο τώρα που τα χρήματα είναι σαφώς λιγότερα ή ελάχιστα ή σε πλήρη απουσία, αλλά το έπραττε και στο παρελθόν, τότε που τα χρήματα (δανεικά από τις τράπεζες τις περισσότερες φορές) περίσσευαν.
Αλλά μοιάζει να μην αντέχει πλέον. Το πειραματόζωο αρχίζει να εμφανίζει ενδείξεις… ανακοπής. Οι γιατροί, όμως, δεν φαίνεται να καταλαβαίνουν, ούτε οι κυβερνήσεις-νοσοκόμες που «κουράρουν» τον ασθενή. Επιμένουν και στο τέλος μάλλον θα ζητωκραυγάσουν: «Ο ασθενής πέθανε, ζήτω ο ασθενής»…