Του Κωστή Πλάντζου
Σημαντικές διαφοροποιήσεις στα μέχρι στιγμής φορολογικά δεδομένα και ιδίως στα φορο-ποινολόγια περιλαμβάνουν τα μέτρα που φέρνει η κυβέρνηση, με το πολυνομοσχέδιο που κατέθεσε σε διαβούλευση πριν εισαχθεί με διαδικασίες εξπρές για ψήφιση στη Βουλή.
Συγκεκριμένα, με τις νέες διατάξεις –και αν δεν αλλάξει κάτι μέχρι να κατατεθεί ή ψηφιστεί στη Βουλή, δεν φαίνεται να έχει να φοβάται ιδιαίτερα τον προληπτικό έλεγχο της εφορίας, εκτός αν πιαστεί να διαπράττει φοροδιαφυγή εκατοντάδων χιλιάδων ή εκατομμυρίων ευρώ οπότε κινδυνεύει άμεσα με φυλάκιση και ολική κατάσχεση περιουσίας.
Στο νέο ποινολόγιο της φοροδιαφυγής μπήκαν διατάξεις όπως ο συμβιβασμός στο 50% στα πρόστιμα, για να τελειώνει στα γρήγορα μία υπόθεση που βρίσκεται ήδη στα δικαστήρια και να εισπράξει άμεσα το δημόσιο έσοδα.
Αυτό όμως είναι μία μεταβατική διάταξη που, όπως λένε νομικοί κύκλοι, ίσως κάποιοι τελικώς θα την αγνοήσουν, αφού άλλες διατάξεις προβλέπουν ποινές –”χάδι” για όσους πιάνονται από εδώ και στο εξής να φοροδιαφεύγουν. Επικαλούμενοι αυτές στα δικαστήρια, θα μπορούν και οι ίδιοι να ζητούν την ίδια ευνοϊκή μεταχείριση που προβλέπει και για όλους τους άλλους πια ο νόμος, πέφτοντας «στα μαλακά» χωρίς να χρειαστεί να πληρώσουν καν τα πρόστιμα!
Με τα νέα δεδομένα, όπως λένε οι ίδιες πηγές:
– Καταργείται το αυτοτελές πρόστιμο παράβασης (100-250-500 ευρώ ανά απόδειξη που δεν κόβεται και έως 30.000 ευρώ ανά έλεγχο) ενώ στη θέση του μπαίνει μόνο ένα αναλογικό πρόστιμο (50%) στον ΦΠΑ που θα έχανε το κράτος από την παράβαση αυτή.
Πού θα μπορούσε να οδηγήσει αυτό πρακτικά;
Αν πιαστεί πχ κάποιος γιατρός να μην κόβει απόδειξη πχ χιλίων ευρώ, επειδή δεν υπόκειται σε ΦΠΑ δεν πληρώνει καν αυτοτελές πρόστιμο (επειδή υπολογίζεται ½ από 0% ΦΠΑ). Όσον αφορά το αν θα το δηλώσει σαν εισόδημα, από τη στιγμή που τον έπιασε η εφορία, πιθανότατα θα φροντίσει να περιλάβει την συγκεκριμένη αμοιβή του σαν έσοδο για να μην υποστεί πρόστιμο για αποκρυβέν εισόδημα.
Σαν τους γιατρούς είναι και δεκάδες χιλιάδες άλλοι που εξαρούνται από ΦΠΑ (ασφαλιστές, όσοι έχουν τζίρο κάτω των 10.000 ευρώ ετησίως κλπ).
Αλλά και αν υπάγεται σε ΦΠΑ, γεννώνται άλλα προβλήματα. Αν πχ γίνει έλεγχος σε ένα νυχτερινό μαγαζί πολυτελείας και διαπιστωθεί, έστω, πως δεν κόπηκαν 20 αποδείξεις, οι ελεγκτές δεν θα υπολογίζουν «ταρίφα» πχ 250 ευρώ Χ 20 αποδείξεις, για να βρεθεί και ο ΦΠΑ που θα έχανε το δημόσιο. Αντιθέτως θα μπουν σε μια επίπονη διαδικασία να τιμολογήσουν την αξία της παραγγελίας (ποτά, φαγητά κλπ) ώστε να βρεθεί ο ΦΠΑ και το 50% αυτού να επιβληθεί ως πρόστιμο. Νομικά, ο κάθε παραβάτης θα μπορεί να επικαλείται πως η αξία του τραπεζιού ήταν άλλη από αυτή που λέει ο έλεγχος.
Αλλά και να πρέπει να τα πληρώσει όμως, αν πχ ο έλεγχος βρει ότι στις 20 αποδείξεις η αξία ήταν συνολικά 1.000 ευρώ και ο ΦΠΑ 230 ευρώ, τότε ο παραβάτης καλείται να πληρώσει 50% πρόστιμο (230 + 115 = 345 ευρώ) και «καθάρισε». Με «πέναλτι» λιγότερο και από 9,5% στις αποδείξεις που δεν κόβει (115 ευρώ στα 1.230 των αποδείξεων) ίσως κρίνει πως συμφέρει το ρίσκο να μην κόβει αποδείξεις μέχρι να τον πιάσουν και να πληρώσει πρόστιμο.
– Αλλά και για ανάλογες υποθέσες που βρίσκονται ήδη στα δικαστήρια, οι παραβάτες μπορούν να ζητήσουν ίση μεταχείρηση, αντί της λύσης να πληρώσουν με έπτωση 50% τα πρόστιμα για να γλιτώσουν.
– Από την άλλη, οι «βαριές» ποινικές κλπ διατάξεις ενεργοποιούνται σε περιπτώσεις που η απώλεια για το δημόσιο ξεπερνά τα 50.000 ή 100.000 ή 150.000 ευρώ , ανάλογα με το είδος του φόρου που αποκρύπτεται (ΦΠΑ, ΦΜΥ κλπ). Ωστόσο
Ανεβάζοντας τα όρια για τον χαρακτηρισμό της φοροδιαφυγής σαν «έγκλημα», οι ελάχιστοι έχουν πια τον φόβο να τιμωρηθούν βαριά.
Για παράδειγμα, λένε επίσης νομικές πηγές, για περιπτώσεις αποφυγής πληρωμής ΕΝΦΙΑ ή του ειδικού Φόρου Ακινήτων 15% που πληρώνουν οι off shore στη χώρα μας, χαρακτηρίζονταν σαν «έγκλημα» από τα 1.500 ευρώ μόλις. Τώρα το όριο ανεβαίνει στις 100.000 ευρώ, που σημαίνει ότι η αξία της ακίνητης περιουσίας αυτής πρέπει να ανέρχεται σε εκατοντάδες χιλιάδες ή εκατομμύρια ευρώ, που προφανώς ελάχιστοι έχουν τέτοιες.
– Το χειρότερο όμως είναι ότι με τον χαρακτηρισμό της φοροδιαφυγής σαν «έγκλημα», το δημόσιο είχε δικαίωμα να κάνει ελέγχους 20 χρόνια μετά (πχ να αναζητήσει φόρο του 2000 το 2020). Αφού όμως πολλές υποθέσεις πριν το 2009 «αποχαρακτηρίζονται» και δεν θεωρούνται έγκλημα, μπορούν να παραγραφούν 9ή παραγράφονται αυτομάτως με την ψήφιση της ρύθμισης) εκτός αν είναι στις γνωστές «λίστες» επωνύμων που η κυβέρνηση λέει πως θα φέρει διάταξη για να παρατείνει την μη παραγραφής τους.
– «Προβληματική» (ή έως και αστεία) χαρακτηρίζουν αρμόδιοι νομικοί και την διάταξη για την εξαίρεση από ευθύνη όποιου λαμβάνει ανακριβές στοιχείο (πχ υποτιμολόγηση απόδειξης) σαν να μην ήταν αυτό το συμβάν αποτέλεσμα συνεννόησης ή σαν να μπορούσε να αποδειχθεί «με τον ορό της αλήθειας» αν ο αντισυμβαλλόμενος ενεργούσε «με καλή πίστη» και …δεν κατάλαβε ότι του δίνουν μικρότερη απόδειξη. Και στις περιπτώσεις αυτές όμως, στα δικαστήρια η αμφιβολία είναι υπέρ τους ελεγχόμενου και η νέα διάταξη μπορεί πιθανώς να χρησιμοποιηθεί σε δίκες που είναι ήδη σε εξέλιξη.
