Ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ κ. Γιάννης Παναγόπουλος μιλώντας στη γενικής συνέλευση της Τράπεζας της Ελλάδος πρότεινε το ποσοστό αποπληρωμής των τόκων του δημοσίου χρέους, αν είναι ίσο ή μικρότερο του πρωτογενούς πλεονάσματος, να εξαρτηθεί από το βαθμό υποστήριξης των εταίρων της χώρας ενώ πρότεινε να υιοθετηθεί «ρήτρα επανεπένδυσης» με στόχο το μετασχηματισμό των τόκων επί του δημόσιου χρέους προς τον επίσημο τομέα σε εγχώριες επενδυτικές συμμετοχές κεφαλαίου.
Έτσι, η εγχώρια οικονομία δεν θα επιβαρύνεται από το υφιστάμενο δημόσιο χρέος. Επίσης δεν θα υπάρχει αρνητικό αποτέλεσμα στον κρατικό προϋπολογισμό των εταίρων καθότι οι εισρέοντες τόκοι εκρέουν ως δημόσια επένδυση στο εξωτερικό συμβάλλοντας και στην εξισορρόπηση των εξωτερικών ισοζυγίων.
Η ρήτρα επεναεπένδυσης των τόκων θα μπορούσε να αφορά μόνο τις χώρες της Ευρωζώνης με υψηλή πιστοληπτική ικανότητα. Με αυτήν την ρύθμιση περιορίζεται το έτσι και αλλιώς μικρό πολιτικό ρίσκο ως προς την αποδοχή αυτής της πρότασης, καθότι οι αναμενόμενες επενδυτικές αποδόσεις θα είναι σαφώς μεγαλύτερες από το τρέχον πολύ μικρό επιτόκιο των δανειοδοτήσεών τους προς την Ελλάδα.
Ο κ .Παναγόπουλος αναφέρθηκε επίσης στην ανάγκη Θεσμοθέτησης Προγραμμάτων Εγγυημένης Απασχόλησης καθώς και στην επαναρρύθμιση της αγοράς εργασίας.
«Ο δημόσιος διάλογος έχει δώσει έμφαση στον κατώτατο μισθό. Συμφωνούμε ότι η επαναφορά του κατώτατου μισθού στο προ της κρίσης επίπεδό του είναι μείζονος σημασίας. Ωστόσο, η επίδραση του κατώτατου μισθού στη διάρθρωση των μισθών και στην εγχώρια ζήτηση εξαρτάται από τη θεμελίωση του εργατικού δικαίου και την επαναρρύθμιση της αγοράς εργασίας στους τομείς: της κατανομής του χρόνου εργασίας , του περιορισμού των άτυπων συμβάσεων εργασίας και των απολύσεων καθώς και της ενίσχυσης του θεσμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων.»
