search icon

Οικονομία

«Καρφιά» Στουρνάρα για φόρους, επενδύσεις, και ιδιωτικοποιήσεις

​Αισιοδοξία για ανάπτυξη 1,7% φέτος και για λύση στα «κόκκινα δάνεια» αλλά...

Ανώμαλη προσγείωση για το κυβερνητικό success story από τον διοικητή της ΤτΕ κύριο Γιάννη Στουρνάρα που «ψαλίδισε» τις προβλέψεις Τσακαλώτου για ανάπτυξη 2% και άνω φέτος σε μόλις 1,7% (και αν δεν υπάρξουν νέες καθυστερήσεις στην αξιολόγηση), ενώ αμφισβήτησε ευθέως το αφήγημα περί υψηλών επενδύσεων.

Μιλώντας σε εκδήλωση του Ελληνοβρετανικού ​​Επιμελητηριου έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου λέγοντας ότι «οι επενδύσεις παραμένουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα» κι ότι «το επενδυτικό κλίμα στη χώρα συνεχίζει να μην θεωρείται φιλικό σε ιδιωτικές επενδύσεις».

Ως τροχοπέδη για την ανάπτυξη και την προσέλκυση επενδύσεων χαρακτήρισε τη «διατήρηση των υφιστάμενων υψηλών φορολογικών συντελεστών» τους οποίους αποκάλεσε «αντικίνητρο για την εργασία».

«Η αύξηση των εσόδων μέσω της διατήρησης των υφιστάμενων υψηλών φορολογικών συντελεστών αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη, και εν τέλει δύναται να επιδράσει αρνητικά στα δημόσια οικονομικά και τη διαχειρισιμότητα του δημόσιου χρέους. Αυτό οφείλεται στο ότι οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές αποτρέπουν τις επενδύσεις, διότι οι επιχειρήσεις γνωρίζουν ότι σε μόνιμη βάση ένα μέρος των κερδών τους θα πρέπει να διατίθεται στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους» είπε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι «η φορολογική επιβάρυνση των μισθωτών και των ελεύθερων επαγγελματιών έχει αυξηθεί» και «οι κοινωνικές παροχές συνεχίζουν να μειώνονται».

Έχοντας προφανώς κατά νου τις ιδιωτικοποιήσεις και τις παλινωδίες στην επένδυση του Ελληνικού τόνισε πως «απαιτείται η αποφασιστική και οριστική άρση των εμποδίων που ανακύπτουν από διάφορα μικρά ή μεγάλα οργανωμένα συμφέροντα και συντεχνίες, που επιβαρύνουν το επιχειρηματικό κλίμα και δυσχεραίνουν την υλοποίηση επενδύσεων και την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, ακόμη και αυτών που έχουν ήδη εγκριθεί».

Παράλληλα, ο κεντρικός τραπεζίτης υπογράμμισε τις προϋποθέσεις για την βιώσιμη έξοδο της Ελλάδας στις αγορές τον Αύγουστο του 2018, λέγοντας ότι σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται επανάπαυση και χαλάρωση των προσπαθειών, αφού για να βγει η χώρα από το πρόγραμμα πρέπει να αποκτήσει πιστοληπτική διαβάθμιση, τέτοια που να μπορεί να αναχρηματοδοτήσει το χρέος της με επιτόκια συμβατά με τη βιωσιμότητά του, και οι τράπεζες να έχουν επαρκείς εξασφαλίσεις, ώστε να μπορούν να αναχρηματοδοτηθούν πλήρως από τον μηχανισμό αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ και όχι μόνο από τον έκτακτο, και ακριβότερο, μηχανισμό (ELA).

Η έξοδος στις αγορές με βιώσιμους όρους προϋποθέτει:

Πρώτον, προσήλωση στους στόχους του προγράμματος και επιτάχυνση στο ρυθμό εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων, τόσο αυτών που έχουν αποφασισθεί στο πλαίσιο του προγράμματος, όσο και άλλων που ενδεχομένως επιλεγούν, προκειμένου να ενισχυθεί ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης. Απολύτως αναγκαία είναι η ταχεία ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης του προγράμματος.

Δεύτερον, επαρκή και έγκαιρη εξειδίκευση των μεσοπρόθεσμων μέτρων αναδιάρθρωσης του χρέους, στο πλαίσιο των αποφάσεων που έχουν ληφθεί στο Eurogroup.

Τρίτον, εποικοδομητική συνεργασία μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των θεσμών για το είδος και τις προϋποθέσεις της στήριξης της ελληνικής οικονομίας μετά τη λήξη του προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018, προκειμένου να διασφαλιστεί η επιστροφή της στην χρηματοπιστωτική κανονικότητα μετά από επτά χρόνια σημαντικών θυσιών του ελληνικού λαού.

Exit mobile version