Τo πρωτογενές πλεόνασμα του 1% σε ετήσια βάση είναι θεωρητικά μια επιτυχία, καθώς ισοδυναμεί με μια σημαντική ελάφρυνση, και αναφέρομαι σε μία από τις προϋποθέσεις της επικείμενης συμφωνίας αναφορικά με τα όσα έχουν δημοσιοποιηθεί μέχρι σήμερα. Αφορά όμως μια οικονομία που τρέχει, συγκεντρώνει έσοδα για το Δημόσιο και κατά συνέπεια θα έχει τη δυνατότητα να αφήσει περιθώρια αναπνοής.
Σήμερα όμως για την ελληνική οικονομία τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Και για να πιάσουμε το 1% πλεόνασμα φέτος ενδέχεται να χρειαστούν πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια και μέτρα από αυτά που θεωρητικά θα χρειάζονταν αν η περίοδος της διαπραγμάτευσης δεν είχε τόσο μεγάλη διάρκεια. Μιλάμε για υφεσιακά μέτρα που θέλουμε να αποφύγουμε και πέφτουμε στην ύφεση. Υφεση όμως σημαίνει λιγότερα τιμολόγια, άρα λιγότερο ΦΠΑ για το Δημόσιο.
Παράλληλα έρχεται και πάλι έκτακτη εισφορά για τις επιχειρήσεις! Πότε όμως; Σε μια περίοδο κατά την οποία δεν υπάρχει χρηματοδότηση γι’ αυτές και συγκεντρώνουν αποθεματικά για να χρηματοδοτήσουν τις κινήσεις τους. Είναι λοιπόν πολλά αυτά που το οικονομικό επιτελείο πρέπει να πει στον πρωθυπουργό πέραν των μέτρων που λαμβάνονται διαδοχικά κατά των μικρομεσαίων.
Μοναδική διέξοδος της κυβέρνησης είναι η φυγή προς τα μπρος. Μόνο έτσι μπορεί να αξιοποιήσει αυτό που λέγαμε, παρά τη μαυρίλα της προηγούμενης εβδομάδας, από αυτό το βήμα, την ορατότητα της συμφωνίας. Η συμφωνία θα ξεκλειδώσει την εμπιστοσύνη που λείπει και μπορεί να αντιστρέψει αυτή την αδυναμία που έχει αρχίσει να κυριαρχεί επικίνδυνα το τελευταίο δίμηνο.
Στην κατεύθυνση αυτή είναι εντυπωσιακές οι δηλώσεις πρωτοκλασάτων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ αναφορικά και με τη συνέχιση του προγράμματος και την προσαρμογή στο πλαίσιο της Ευρωζώνης. Τα όσα δηλαδή είπαν ότι δεν υπάρχει στήριξη από Ρωσία και Κίνα, αλλά και τα περί χαζοχαρούμενης ρήξης που θα βάλουν την κοινωνία σε περιπέτεια.
Αλλά και ότι ένα μνημόνιο δεν μπορεί να σβήσει με έναν νόμο. Αυτό είναι και το μεγάλο τεστ της κυβέρνησης και από αυτό τελικά θα κριθεί. Δηλαδή από το κατά πόσο θα μπορέσει να επιτύχει κυβερνησιμότητα εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου.
Αισιοδοξία υπάρχει, τίποτε όμως δεν θα είναι απλό στην τελική ευθεία. Οι αποστάσεις του ΔΝΤ από τη συμφωνία είναι ένα πολύ σύνθετο πρόβλημα. Από την άλλη πλευρά, αν μας χωρίζουν από τους πιστωτές μόνο κάποιες εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ για την κάλυψη των στόχων, το προφανές είναι ότι οι λύσεις θα βρεθούν, τουλάχιστον τώρα. Το ζήτημα είναι ότι, αφού η κυβέρνηση το έχει αποφασίσει να μπει σε νέο πρόγραμμα, ας μπει και έγκαιρα και σωστά.
Διαφορετικά θα καταλήξουμε να λέμε σε 2-3 χρόνια ότι το χρέος αυξήθηκε στο 190% του ΑΕΠ και τα αποτελέσματα ήταν επί της ουσίας πενιχρά. Το θέλουμε αυτό; Οχι, φυσικά και όχι. Η χώρα μπαίνει σε νέο πρόγραμμα και όσο πιο ρεαλιστικά μιλούν οι ίδιοι οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ τόσο καλύτερα. Για να γίνουν όμως τα θαύματα, δηλαδή να μπουν τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα χαλάρωσης του Ντράγκι, θα απαιτηθεί συμφωνία με ουσιαστικές και βαθιές παραμέτρους. Ηδη πολλά από τα μέτρα που γνωστοποιούνται θα έχουν κόστος, ενώ η υπόθεση του Ασφαλιστικού έχει μπροστά της ασκήσεις που θα απαιτήσουν εξαντλητικές προσπάθειες για την εύρεση αποδεκτών από κοινού λύσεων.
Μπορεί λοιπόν να υπάρξει πρόγραμμα που θα εξασφαλίσει παράλληλα την κοινωνική ηρεμία; Αυτό είναι το ζητούμενο από τους πολιτικούς.