Της Στεφανίας Σούκη
Tη στιγμή που το οικονομικό επιτελείο βρίσκεται σε αναζήτηση ισοδυνάμων ως αντίβαρο στη φορολογική λαίλαπα, το Ελληνικό Δημόσιο χάνει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ από τα παράνομα καταλύματα ανά την Ελλάδα και οι ξενοδόχοι αναζητούν περί τα 15 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις ξένων τουριστών, οι οποίες είναι απλά άφαντες.
Περίπου 15.000 είναι και οι θέσεις εργασίας που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν στα ελληνικά ξενοδοχεία σε ετήσια βάση αν οι τουρίστες διέμεναν τελικά σε νόμιμα καταλύματα.
«Πρόκειται για μια παραοικονομία πριμοδοτούμενη δυστυχώς από την ανυπαρξία θεσμικών, ασφαλιστικών και άλλων προδιαγραφών και, κυρίως, από την αδυναμία της Πολιτείας μέχρι σήμερα να αναγνωρίσει και να αντιμετωπίσει το φαινόμενο», επισημαίνει χαρακτηριστικά ο κ. Γιώργος Τσακίρης, πρόεδρος του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος. «Στο ΞΕΕ μελετάμε το φαινόμενο ήδη από το 2010, σήμερα όμως τείνει να εξελιχθεί στο υπ’ αριθμόν 1 πρόβλημα για τον κόσμο του τουρισμού».
«Η λύση θα έπρεπε να έχει δοθεί… χθες», αναφέρει και ο πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Επιχειρηματιών Ενοικιαζόμενων Δωματίων Διαμερισμάτων Ελλάδος (ΣΕΕΔΔΕ) Κωνσταντίνος Μπρεντάνος. «Η ελληνική πολιτεία φορτώνει τις νόμιμες επιχειρήσεις με επιπλέον φορολογικές επιβαρύνσεις, αύξηση ΦΠΑ και γραφειοκρατικές διαδικασίες και δεν κάνει καμία συζήτηση για τα παράνομα καταλύματα. Μέχρι σήμερα υπολογίζαμε τα παράνομα καταλύματα σε 200.000 κλίνες, ωστόσο πλέον, μετά την απελευθέρωση του καθεστώτος των μισθώσεων από την 1η Νοεμβρίου, μπορεί να δούμε τον αριθμό αυτό να φτάνει τις 300.000 – ακόμη και τις 400.000».
Από την πλευρά του, ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) ξεκίνησε συνεργασία με την ΚPMG, χωρίζοντας τη χώρα, από τον Ιούνιο του 2015, σε 13 περιφέρειες και καταγράφοντας μέσα από τις διαδικτυακές πλατφόρμες τα ύποπτα καταλύματα ώστε στη συνέχεια να παραδώσει τα στοιχεία στο υπουργείο Τουρισμού αλλά και στο Τμήμα Εσόδων του υπουργείου Οικονομικών, το οποίο επίσης έδειξε ενδιαφέρον.
«Από τις 8.000 καταλύματα που έχουμε συγκεντρώσει, ποσοστό λίγο πάνω από το 50% κατατάσσονται στα υψηλής υποψίας. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που δεν απασχολεί μόνο την Ελλάδα, αλλά και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου», αναφέρει ο κ. Αλέξανδρος Λαμνίδης, γενικός διευθυντής του ΣΕΤΕ. «Ενδεικτικά, στη Βαρκελώνη ο τζίρος των παράνομων καταλυμάτων υπολογίζεται ότι είναι πάνω από 2 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μία εντελώς νέα οικονομία, την οποία όμως δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Για εμάς το μεγάλο ζήτημα είναι ότι θα πρέπει με κάποιον έξυπνο τρόπο να ενσωματώσουμε την οικονομία του διαμοιρασμού σε ένα σύστημα νομιμότητας, εξασφαλίζοντας κάποιες συνθήκες ασφάλειας και υγιεινής για τους τουρίστες και, φυσικά, εσόδων για τη χώρα. Μια λύση, η οποία απαιτεί ωστόσο τις κατάλληλες νομοθετικές ρυθμίσεις, είναι αυτή που έχει υιοθετηθεί στο Αμστερνταμ, όπου διαδικτυακές πλατφόρμες όπως η Airbnb έχουν έρθει σε συνεννόηση με τον δήμο και του αποδίδουν το έσοδο στο τέλος του έτους.
Επιπλέον, ο ΣΕΤΕ επιμένει στο θέμα της χρήσης πλαστικού χρήματος -το 80%-90% των συναλλαγών δηλαδή στον τουρισμό να γίνεται μέσω καρτών- ώστε να μειωθεί η φοροδιαφυγή και να έχουμε το έρεισμα, ως κλάδος, το 2016 να ζητήσουμε μείωση του συντελεστή ΦΠΑ σε διαμονή και εστίαση για να ξαναγίνει το ελληνικό τουριστικό πακέτο ανταγωνιστικό, ανάλογο με αυτό των άλλων μεσογειακών προορισμών».
Τα νούμερα
Ως προς τα νούμερα, η πρόσφατη μελέτη της Grant Thornton για λογαριασμό του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος δείχνει ότι το μέγεθος της οικονομίας διαμοιρασμού στον τουριστικό κλάδο στη χώρα εκτιμάται από 1,38 έως 1,46 δισ. ευρώ. Από το ποσό αυτό τα 840-890 εκατ. ευρώ αφορούν δαπάνη για διαμονή και το υπόλοιπο μέρος λοιπές τουριστικές υπηρεσίες.
Τα ξενοδοχειακά καταλύματα έχουν απώλειες στα έσοδα διαμονής από 523 εκατ. ευρώ έως 554 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση, νούμερο που αν υπήρχε θα δημιουργούνταν 15.000 πρόσθετες θέσεις εργασίας σε ετήσια βάση και επιπλέον πρόσθετα έσοδα για το Δημόσιο μέσω των ασφαλιστικών εισφορών.
Ως προς τα έσοδα που χάνει το Ελληνικό Δημόσιο, η απουσία δυνατότητας φορολόγησης των εισοδημάτων των ιδιοκτητών που διαθέτουν τα ακίνητά τους σε πλατφόρμες οικονομίας διαμοιρασμού προκαλεί απώλεια στο Ελληνικό Δημόσιο της τάξεως των 260 εκατ. έως 276 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση. Πρόκειται ουσιαστικά για το ύψος των εσόδων που θα είχε το κράτος αν φορολογούσε τα έσοδα των ιδιοκτητών των ακινήτων του διαμοιρασμού, όπως αντίστοιχα πράττει γενικά στα εισοδήματα από ενοίκια.
Από την άλλη πλευρά, η συνεισφορά της οικονομίας διαμοιρασμού στον ΦΠΑ των τουριστικών υπηρεσιών υπολογίζεται σε 27-28 εκατ. ευρώ ετησίως λόγω του αποτελέσματος συμπληρωματικότητας που εκτιμάται ότι υπάρχει. Αν τώρα εφαρμοστεί μια αντίστοιχη φορολόγηση στα ακίνητα της οικονομίας διαμοιρασμού με εκείνη που υπάρχει στα τυπικά ξενοδοχειακά καταλύματα, τα δημόσια έσοδα είναι δυνατόν να ενισχυθούν περαιτέρω κατά 322 έως 353 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση.
«Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην ετήσια έρευνα του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων, το 2014, παρά την αύξηση των διανυκτερεύσεων μη κατοίκων κατά 15,3%, η μέση πληρότητα των ελληνικών ξενοδοχείων αυξήθηκε μόλις 6,6%. Συνεπώς, από τον λογαριασμό λείπουν περίπου 12-15 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις. Η μελέτη υπολογίζει τις οικονομικές επιπτώσεις συντηρητικά, χωρίς να επιδιώκει να δημιουργήσει εντυπώσεις ή να εκμεταλλευτεί την παρούσα συγκυρία όπου το κράτος αναζητά με κάθε τρόπο πόρους. Εξάλλου, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι για μας μια αμιγώς εισπρακτική αντιμετώπιση του προβλήματος όχι μόνο δεν θα το επιλύσει, αλλά αντιθέτως θα δημιουργήσει άλλοθι και θα κάνει πιο βαθιά τα προβλήματα στα ξενοδοχεία και τον τουρισμό γενικότερα», αναφέρει ο κ. Τσακίρης.
Μία ακόμη παράμετρος που έχει να αντιμετωπίσει η Ελλάδα σε σχέση με άλλες χώρες, οι οποίες αντιμετωπίζουν αντίστοιχο πρόβλημα, αποτελεί και το γεγονός ότι στη χώρα μας η αύξηση της τουριστικής κίνησης, από το εξωτερικό, ειδικά από τη χρονιά-ρεκόρ του 2014, συνέπεσε χρονικά με την οικονομική κρίση, την αύξηση της ανεργίας και την ανάγκη ανεύρεσης εναλλακτικών πηγών εσόδων, γεγονός που ενίσχυσε περαιτέρω την οικονομία διαμοιρασμού στον τουρισμό της Ελλάδας.
