search icon

Πολιτική

Σημίτης, ανέκδοτες ιστορίες και παρασκήνιο 30 χρόνια μετά: Πώς κατάφερε να κερδίσει τη μάχη της διαδοχής του Παπανδρέου

Η νύχτα στου Λιβάνη, η τηλεφωνική φάρσα στον Τσοχατζόπουλο και ο ρόλος του Θόδωρου Τσουκάτου

Οταν στις 20 Νοεμβρίου 1995, ο Ανδρέας Παπανδρέου εισαγόταν επειγόντως στη ΜΕΘ του Ωνασείου, σχεδόν όλοι στο ΠΑΣΟΚ, αλλά και εκτός αυτού, ήταν βέβαιοι ότι «η ώρα μηδέν πλησίαζε». Δεν είχαν άδικο. Εξαρχής διαφαινόταν ότι αυτή τη φορά η περιπέτεια της υγείας του πρωθυπουργού ήταν βαρύτατη και άγνωστης πρόγνωσης. Ετσι, οι διαδικασίες περί διαδοχής του επιταχύνθηκαν.

Στις 80 ημέρες που ακολούθησαν, σφραγίστηκαν οι εξελίξεις στην πρωθυπουργία και την κυβέρνηση, στο ΠΑΣΟΚ και τελικά σε ολόκληρη τη χώρα, για την επόμενη οκταετία. Ισως και για περισσότερο.

Στις 7 το βράδυ της 18ης Ιανουαρίου 1996, ακριβώς 30 χρόνια πριν, ο Κώστας Σημίτης κέρδιζε την πρωθυπουργία, αποσπώντας 85 ψήφους από τους 167 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ έναντι 75 του αντιπάλου του Ακη Τσοχατζόπουλου, την ημέρα της (μίας) ονομαστικής εορτής του, ενώ υπήρξαν και 5 λευκά. Αναδεικνυόταν, μάλιστα, νικητής σε μια επικών διαστάσεων αναμέτρηση δύο γύρων, στην οποία μπήκε ως φαβορί, στη συνέχεια έμεινε μετέωρος με τον κίνδυνο ενός ιστορικού βατερλό και τελικά εξήλθε θριαμβευτής, όταν επανήλθαν στο ΠΑΣΟΚ οι πρόσκαιρα διαταραχθείσες «εργοστασιακές ρυθμίσεις»:

Αρχηγός ο πιο δημοφιλής, άρα και ο πιο ικανός να κερδίσει τον αντίπαλο. Το ΠΑΣΟΚ να παραμείνει στην κυβέρνηση και οι βουλευτές στις έδρες τους. Και κάποιοι νέοι, υποστηρικτές του νέου αρχηγού, να αντικαταστήσουν τους φθαρμένους της προηγούμενης ηγεσίας. Τα ίδια κριτήρια ίσχυσαν και στη δεύτερη νίκη του Σημίτη επί του Τσοχατζόπουλου στο συνέδριο για τη διαδοχή στο κόμμα, λίγους μήνες μετά, στις 30 Ιουνίου. Κατά σατανική σύμπτωση, ανήμερα της δεύτερης ονομαστικής εορτής του Τσοχατζόπουλου.

Οι υψηλές προσδοκίες

Υπό την έννοια αυτή και των όσων ευαγγελιζόταν ο Κ. Σημίτης για το μέλλον, είναι γεγονός ότι η ανάδειξή του στην πρωθυπουργία δημιούργησε υψηλές προσδοκίες. Από όλους, τους επιχειρηματίες και τη μεσαία τάξη, τους εργαζόμενους, τους νέους και γενικότερα εκείνους που πίστευαν ότι η χώρα μετά από μια μακρά περίοδο οξύτατων και κουραστικών πια πολώσεων στο πολιτικό σκηνικό και τον αυτο-εγκλωβισμό της στα βαλκανικά όρια επιρροής, έπρεπε να πατήσει το γκάζι του εκσυγχρονισμού του κράτους, των θεσμών και της οικονομίας.

Πράγματι, μια σημαντική πλειοψηφία των Ελλήνων πίστεψε σε μια «άνοιξη» για τη χώρα που εγκαινίαζε η νίκη του Κ. Σημίτη εκείνη την παγωμένη βραδιά του Ιανουαρίου. Η αλήθεια είναι ότι οι ελπίδες τους κλονίστηκαν λίγες ημέρες αργότερα, όταν σε ένα ακόμα πιο παγωμένο βράδυ, της 31ης Ιανουαρίου, η χώρα γνώριζε την εθνική ήττα των Ιμίων, με την ευθύνη Σημίτη βαριά, παρά τα ελαφρυντικά της απειρίας των μόλις 13 ημερών στο τιμόνι της χώρας.

Παρά ταύτα ανανεώθηκαν, όταν με τη γρήγορη επιστροφή στα εσωτερικά θέματα έδειξε ένα πρόσωπο αποφασισμένο να προχωρήσει σε αλλαγές και τομές, με δομικές μεταρρυθμίσεις και με ρήξεις όπου χρειαζόταν. Μάλιστα, ήταν τέτοιου σημείου οι λαϊκές και κοινωνικές προσδοκίες, ώστε του δόθηκε και νέα πρωθυπουργική θητεία στις εκλογές του 2000, με ποσοστό αυξημένο συγκριτικά με το 1996.

Ο εκσυγχρονισμός ήταν τελικά ένα ώριμο αίτημα της εποχής, ο Κ. Σημίτης το συνέλαβε και το εξέφρασε την κατάλληλη στιγμή και του έδωσε πολιτικό και κυβερνητικό περιεχόμενο.

Ημιτελές έργο

Αποτιμώντας όμως το έργο του, το ίδιο έκδηλη είναι και η πεποίθηση ότι αυτό, σε βασικές του πτυχές, παρέμεινε τελικά ημιτελές. Η Ελλάδα του 2004 ήταν ασφαλώς καλύτερη και πιο ισχυρή στο διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον από εκείνη που παρέλαβε. Οι επιτυχίες δεν ήταν λίγες. Εστω και με αστερίσκους. Οπως η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, αλλά με παραποιημένα στοιχεία και κυρίως δίχως το υποστηρικτικό σχέδιο της επόμενης μέρας που θα θωράκιζε την οικονομία. Και την ακρίβεια να θεριεύει με τις στρογγυλοποιήσεις.

Ακόμη, υπό το βάρος των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 επιταχύνθηκαν τα μεγάλα έργα υποδομών, κυρίως στην πρωτεύουσα. Ομως, την ίδια ώρα τα φαινόμενα διαφθοράς πολλαπλασιάστηκαν. Και ο ίδιος έδειξε αδύναμος να τα δαμάσει. Τα πάρτυ με τις μίζες σε εξοπλισμούς, ευρωπαϊκά προγράμματα, αναθέσεις έργων και αλλού έγιναν ανεκτά, συνήθως χάριν εσωκομματικών ισορροπιών. Το τεράστιο σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου καμία σχέση ασφαλώς δεν είχε με το εκσυγχρονιστικό όραμα για την οικονομία και τη χρηματαγορά. Η αίσθηση εδραίωσης της διαπλοκής επί των ημερών του ήταν διάχυτη και εντός πραγματικότητας. Οι όροι «εθνικός προμηθευτής» και «εθνικός εργολάβος», με ονόματα και διευθύνσεις, τότε καθιερώθηκαν.

Την ανεπάρκεια των Ιμίων ακολούθησε η κατευναστική συμφωνία της Μαδρίτης, που άνοιξε τον δρόμο της επισημοποίησης των τουρκικών διεκδικήσεων για «γκρίζες ζώνες» στο Αιγαίο. Και μετέπειτα προστέθηκε η παντελώς λανθασμένη διαχείριση της υπόθεσης Οτσαλάν. Βέβαια, αργότερα, ήρθε η κορυφαία επιτυχία της ένταξης της Κύπρου στην Ε.Ε., ακόμη και χωρίς την προηγούμενη επίλυση του Κυπριακού.

Από πρωθυπουργικό ταξίδι στην Ιαπωνία, το ζεύγος Σημίτη ξεναγείται στο Μουσείο του Τόκιο

Ο Κ. Σημίτης έδειχνε αποφασισμένος να σπάσει αυγά για να προχωρήσει αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Αλλού το έκανε με επιτυχία, όπως στη θεσμική ανασυγκρότηση του κράτους, τη θωράκιση του ΑΣΕΠ, τις αλλαγές στην Αυτοδιοίκηση, την ενίσχυση του ΕΣΥ, τη βελτίωση/αναμόρφωση των υποδομών. Συγκρούστηκε ακόμα και με την πανίσχυρη Εκκλησία για το θέμα των ταυτοτήτων. Βελτίωσε την οικονομία και το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων.

Υπέκυψε όμως και σε συντεχνιακές είτε και εσωκομματικές πιέσεις. Αποκορύφωμα η ασφαλιστική μεταρρύθμιση του 2001. Μια τεράστια χαμένη ευκαιρία για την εξασφάλιση μακροχρόνιας βιωσιμότητας του Ασφαλιστικού. Φοβήθηκε τον εκλογικό αντίκτυπο και συμβιβάστηκε. Το πλήρωσε αργότερα η χώρα. Σε μία από τις τελευταίες ομιλίες του ανέφερε ότι «τις αλλαγές τις προχωράς με συναινέσεις, κόντρα στο ρεύμα». Το λάθος του ήταν ότι δεν το εφάρμοσε απαρέγκλιτα ο ίδιος.

Διαβάστε περισσότερα στο protothema.gr

Exit mobile version