Ο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα πέτυχε στα 80 του χρόνια κάτι που κανένας άλλος Βραζιλιάνος πολιτικός δεν είχε καταφέρει: εξελέγη για τέταρτη φορά πρόεδρος.
Από τις απεργίες των μεταλλεργατών απέναντι στη στρατιωτική δικτατορία, το Bolsa Família και την εκρηκτική ανάπτυξη της δεκαετίας του 2000, μέχρι το Mensalão, τη Lava Jato, τις 580 ημέρες στη φυλακή και δύο απίθανες πολιτικές επιστροφές, η διαδρομή του συμπυκνώνει σχεδόν μισό αιώνα βραζιλιάνικης ιστορίας. Η νέα νίκη, όμως, δεν του προσφέρει λευκή επιταγή: απέναντί του βρίσκονται ένα ακόμη πιο συντηρητικό Κογκρέσο, δημόσιο χρέος άνω του 82% του ΑΕΠ, επίμονος πληθωρισμός και μια χώρα που παραμένει βαθιά διχασμένη.
Στις 25 Οκτωβρίου 2026, δύο ημέρες πριν κλείσει τα 81 του χρόνια, ο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα ολοκλήρωσε μία ακόμη πολιτική επιστροφή που, λίγες εβδομάδες νωρίτερα, φαινόταν κάθε άλλο παρά βέβαιη. Αφού είχε τερματίσει δεύτερος στον πρώτο γύρο, πίσω από τον Φλάβιο Μπολσονάρου, ανέτρεψε τη διαφορά και επικράτησε στον δεύτερο γύρο με 51,79% έναντι 48,21%, διαφορά περίπου 4,4 εκατομμυρίων ψήφων. Έγινε έτσι ο πρώτος πρόεδρος στην ιστορία της Βραζιλίας που εκλέγεται απευθείας τέσσερις φορές και ο πρώτος, μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, που χάνει τον πρώτο γύρο αλλά κερδίζει τον δεύτερο.
Η σημασία της νίκης δεν περιορίζεται στην ηλικία ή στη μακροβιότητά του. Ο Λούλα είναι ο πολιτικός που ταυτίστηκε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον με τη μετάβαση εκατομμυρίων Βραζιλιάνων από την ακραία φτώχεια στην κατανάλωση και στη χαμηλότερη μεσαία τάξη κατά τη δεκαετία του 2000. Ταυτόχρονα, η πολιτική του κληρονομιά είναι αδύνατο να αποσυνδεθεί από τα μεγάλα σκάνδαλα που συγκλόνισαν το Εργατικό Κόμμα, από το Mensalão έως τη Lava Jato. Οι δικές του καταδίκες για διαφθορά ακυρώθηκαν το 2021 από το Ανώτατο Δικαστήριο για λόγους δικαιοδοσίας, ενώ το STF έκρινε επίσης μεροληπτικό τον τότε δικαστή Σέρζιο Μόρο στην υπόθεση του διαμερίσματος στο Γκουαρουζά. Οι ακυρώσεις επανέφεραν τα πολιτικά του δικαιώματα· δεν ισοδυναμούσαν, ωστόσο, με ουσιαστική δικαστική κρίση ότι τα πραγματικά περιστατικά όλων των υποθέσεων δεν συνέβησαν.
Η τρίτη προεδρική περίοδος, από το 2023 έως το 2026, του έδωσε ισχυρά επιχειρήματα για επανεκλογή: το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 3,2% το 2023, 3,4% το 2024 και 2,3% το 2025, η ανεργία έπεσε στο 5,3% στο τρίμηνο που έληξε τον Αύγουστο του 2026 και το ποσοστό φτώχειας υποχώρησε από 27,3% το 2023 σε 23,1% το 2024.
Όμως η τέταρτη θητεία, που αρχίζει τον Ιανουάριο του 2027, ενδέχεται να είναι δυσκολότερη από όλες τις προηγούμενες. Το δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει το 82% του ΑΕΠ, ο πληθωρισμός κινείται γύρω στο 4,6%, πάνω από το εύρος ανοχής του στόχου, και το βασικό επιτόκιο Selic βρίσκεται στο 13,75%. Παράλληλα, το 59% των νέων βουλευτών και το 64% των γερουσιαστών κατατάσσονται από τη Folha de S.Paulo στη δεξιά, υποχρεώνοντας τον Λούλα να κυβερνήσει ξανά μέσω περίπλοκων συμμαχιών με το Κέντρο.
Από το Περναμπούκο στις απεργίες που αμφισβήτησαν τη δικτατορία
Πολύ πριν από τα προεδρικά μέγαρα, τις διεθνείς συνόδους και το κόκκινο χαλί, υπήρξε ο Luiz Inácio da Silva, παιδί μιας φτωχής οικογένειας αγροτών στο Περναμπούκο. Γεννήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1945, στην περιοχή που σήμερα ανήκει στον δήμο Καετές. Η οικογένειά του μετανάστευσε προς τη βιομηχανική νοτιοανατολική Βραζιλία, όπως εκατομμύρια φτωχοί εκείνης της περιόδου. Ο ίδιος άρχισε να εργάζεται μικρός, εκπαιδεύτηκε ως μεταλλεργάτης και έχασε μέρος ενός δακτύλου σε εργατικό ατύχημα.
Στα εργοστάσια της βιομηχανικής ζώνης ABC, γύρω από το Σάο Πάολο, βρήκε τον χώρο στον οποίο θα μετατρεπόταν από εργάτη σε πολιτικό φαινόμενο. Εξελέγη πρόεδρος του συνδικάτου μεταλλεργατών το 1975 και, από το 1978 έως το 1980, πρωταγωνίστησε στις μεγάλες απεργίες που αμφισβήτησαν τη στρατιωτική δικτατορία σε μια περίοδο κατά την οποία η δημόσια εργατική κινητοποίηση παρέμενε επικίνδυνη. Το 1980 συνελήφθη στο πλαίσιο της καταστολής των κινητοποιήσεων. Την ίδια χρονιά ήταν μεταξύ των ιδρυτών του Partido dos Trabalhadores – PT, ενός νέου πολιτικού σχήματος που έφερνε μαζί συνδικαλιστές, αριστερούς διανοουμένους, καθολικούς ακτιβιστές και κοινωνικά κινήματα.
Ακολούθησε η μετάβαση από το συνδικάτο στην εθνική πολιτική. Εξελέγη ομοσπονδιακός βουλευτής το 1986, συμμετείχε στον αγώνα για άμεσες εκλογές και διεκδίκησε την προεδρία το 1989. Έχασε από τον Φερνάντο Κολόρ ντε Μέλο και στη συνέχεια ηττήθηκε δύο φορές, το 1994 και το 1998, από τον Φερνάντο Ενρίκε Καρντόζο. Χρειάστηκαν τρεις ήττες και μια σημαντική μετατόπιση του PT προς το πολιτικό κέντρο για να έρθει η νίκη του 2002.
Η πρώτη εποχή Λούλα: κοινωνική άνοδος, commodities και τα όρια του «βραζιλιάνικου θαύματος»
Η πρώτη μεγάλη μεταμόρφωση του Λούλα ήταν πολιτική. Ο ριζοσπάστης υποψήφιος του 1989 έφτασε στην εξουσία το 2003 καθησυχάζοντας τις αγορές ότι δεν θα ανατρέψει τη μακροοικονομική αρχιτεκτονική που είχε κληρονομήσει από τον Καρντόζο. Διατήρησε τον κυμαινόμενο συναλλαγματικό μηχανισμό, τον στόχο πληθωρισμού και την έμφαση στα πρωτογενή πλεονάσματα, ενώ χρησιμοποίησε το κράτος πολύ πιο ενεργά για αναδιανομή εισοδήματος, αύξηση του κατώτατου μισθού, πίστωση και κοινωνικές πολιτικές. Η μέση πραγματική ανάπτυξη του ΑΕΠ την περίοδο 2003–2010 ήταν περίπου 4,1% ετησίως, έναντι περίπου 2,3% κατά την οκταετία Καρντόζο.
Ούτε αυτή η επιτυχία ήταν αποκλειστικά «έργο Λούλα». Η Βραζιλία επωφελήθηκε εντυπωσιακά από τον διεθνή κύκλο των commodities, την κινεζική ζήτηση για σιδηρομετάλλευμα, σόγια και άλλες πρώτες ύλες, τις ευνοϊκές παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές συνθήκες και τη σταθεροποίηση που είχε προηγηθεί με το Plano Real. Η μεγάλη πολιτική καινοτομία του Λούλα ήταν ότι χρησιμοποίησε το ευνοϊκό περιβάλλον για να ενισχύσει μαζικά το εισόδημα στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας.
Το Fome Zero αποτέλεσε την πρώτη ομπρέλα της πολιτικής κατά της πείνας. Το Bolsa Família, που δημιουργήθηκε το 2003 και θεσμοθετήθηκε το 2004, ενοποίησε προϋπάρχοντα προγράμματα. Αυτό έχει σημασία: το Bolsa Família δεν γεννήθηκε εκ του μηδενός από τον Λούλα· βασίστηκε σε πολιτικές της περιόδου Καρντόζο, αλλά υπό τον Λούλα απέκτησε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, ενιαία διοίκηση και πολιτική ταυτότητα. Το 2010 κάλυπτε περίπου 12,8 εκατομμύρια οικογένειες, σχεδόν 50 εκατομμύρια ανθρώπους.
Η ανισότητα πράγματι μειώθηκε εντυπωσιακά: Το 2010 η οικονομία αναπτύχθηκε κατά 7,5%, ενώ η μέση ανεργία εκείνης της χρονιάς ήταν 6,7% και τον Δεκέμβριο έπεσε στο 5,3%. Ο Λούλα αποχώρησε από την προεδρία με αξιολόγηση «καλή/πολύ καλή» άνω του 80% σε έρευνα Datafolha — μια πολιτική περιουσία που επέτρεψε στη Ντίλμα Ρούσεφ να τον διαδεχθεί.
Οι 580 ημέρες που παραλίγο να τελειώσουν την καριέρα του
Η επιτυχία της πρώτης εποχής Λούλα έχει μια σκοτεινή παράλληλη ιστορία. Το Mensalão, που ξέσπασε το 2005, αφορούσε ένα σύστημα παράνομων πληρωμών και πολιτικής χρηματοδότησης γύρω από το κυβερνών PT και συμμάχους του. Στελέχη της πρώτης γραμμής, όπως ο Ζοζέ Ντιρσέου, ο Ζοζέ Ζενοΐνο και ο ταμίας Ντελούμπιο Σοάρες, καταδικάστηκαν. Ο ίδιος ο Λούλα δεν κατηγορήθηκε στην υπόθεση Mensalão, όμως το σκάνδαλο τραυμάτισε οριστικά την εικόνα ενός κόμματος που είχε ανέλθει υποσχόμενο μια διαφορετική πολιτική ηθική.
Η πολύ μεγαλύτερη προσωπική κρίση ήρθε μετά την προεδρία του. Η επιχείρηση Lava Jato αποκάλυψε ένα τεράστιο δίκτυο διαφθοράς γύρω από την Petrobras, κατασκευαστικές εταιρείες και πολιτικά κόμματα. Ο Λούλα καταδικάστηκε το 2017 από τον δικαστή Σέρζιο Μόρο στην υπόθεση του τριώροφου διαμερίσματος στο Γκουαρουζά και φυλακίστηκε τον Απρίλιο του 2018. Παρέμεινε στη φυλακή 580 ημέρες και, λόγω της καταδίκης, δεν μπόρεσε να είναι υποψήφιος στις εκλογές του 2018, στις οποίες το PT τον αντικατέστησε με τον Φερνάντο Αντάντ.
Το 2021, το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο ακύρωσε τις καταδίκες της Lava Jato επειδή το ομοσπονδιακό δικαστήριο της Κουριτίμπα δεν είχε την αρμόδια δικαιοδοσία. Η εξέλιξη αποκατέστησε το δικαίωμα του Λούλα να είναι υποψήφιος.
Αυτό δεν έκλεισε την πολιτική διαμάχη. Για τους υποστηρικτές του, η Lava Jato έγινε σύμβολο πολιτικοποιημένης δικαιοσύνης. Για τους αντιπάλους του, η ακύρωση για δικονομικούς και δικαιοδοτικούς λόγους δεν εξαφανίζει το ευρύτερο ιστορικό διαφθοράς που σημάδεψε τις κυβερνήσεις του. Αυτή η διπλή ανάγνωση εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα βαθύτερα ρήγματα της βραζιλιάνικης πολιτικής.
Η τρίτη θητεία: καλύτερη οικονομία από τις προβλέψεις, αλλά ένας ακριβός λογαριασμός μπροστά
Όταν ο Λούλα επέστρεψε στο προεδρικό μέγαρο τον Ιανουάριο του 2023, βρήκε μια Βραζιλία διαφορετική από εκείνη που είχε αφήσει το 2011. Η ανάπτυξη δεν μπορούσε πλέον να στηρίζεται στον ίδιο βαθμό στο commodity, η κοινωνία είχε γίνει πολύ πιο πολωμένη και το Κογκρέσο πολύ ισχυρότερο απέναντι στην εκτελεστική εξουσία. Παρ’ όλα αυτά, η οικονομία διέψευσε επανειλημμένα τις πιο απαισιόδοξες προβλέψεις: 3,2% ανάπτυξη το 2023, 3,4% το 2024 και 2,3% το 2025. Μέχρι τα μέσα του 2026 ήταν εμφανής η επιβράδυνση, με το ΑΕΠ να αυξάνεται 2% σε ετήσια βάση στο δεύτερο τρίμηνο και μόλις 1,9% σε κυλιόμενη δωδεκάμηνη βάση.
Η ισχυρή αγορά εργασίας είναι ίσως το καλύτερο χαρτί του. Τον Αύγουστο του 2026 η ανεργία βρισκόταν στο 5,3%, η απασχόληση είχε φτάσει σε ρεκόρ 103,5 εκατομμυρίων ανθρώπων και οι εργαζόμενοι με επίσημη σύμβαση στον ιδιωτικό τομέα ανέρχονταν σε 39,5 εκατομμύρια. Υπάρχει όμως και η άλλη όψη: η ανεπίσημη εργασία παρέμενε στο 37,5%, ένδειξη ότι το υψηλό επίπεδο απασχόλησης δεν ισοδυναμεί πάντοτε με υψηλή εργασιακή ασφάλεια.
Το Bolsa Família επανήλθε με το ιστορικό του όνομα το 2023. Τον Οκτώβριο του 2026 κάλυπτε περίπου 19,3 εκατομμύρια οικογένειες και 49 εκατομμύρια ανθρώπους. Ένα προεκλογικό άλμα 15% ανέβασε τη μέση παροχή στα 782,92 ρεάλ, προκαλώντας όμως κριτική επειδή αποφασίστηκε λίγο πριν από την κάλπη και με υψηλό δημοσιονομικό κόστος.
Εδώ βρίσκεται το βασικό δίλημμα της τέταρτης θητείας. Ο Λούλα θέλει αύξηση του κατώτατου μισθού, ισχυρό Bolsa Família, δημόσιες επενδύσεις, βιομηχανική πολιτική και πράσινες υποδομές. Ταυτόχρονα, η ακαθάριστη δημόσια οφειλή έχει περάσει το 82% του ΑΕΠ, ο πληθωρισμός παραμένει κοντά στο 4,6% και η Selic στο 13,75%. Η κυβέρνηση υπόσχεται σταδιακή βελτίωση του πρωτογενούς αποτελέσματος, αλλά οι αγορές ζητούν πολύ πιο πειστικό σχέδιο περιορισμού των υποχρεωτικών δαπανών.
Ο Αμαζόνιος, οι αυτόχθονες, οι αγρότες και η εξωτερική πολιτική της «αυτονομίας»
Υπάρχει ένας τομέας στον οποίο η διαφορά ανάμεσα στον Λούλα και τον Μπολσοναρισμό είναι ιδιαίτερα καθαρή: ο Αμαζόνιος. Η κυβέρνηση Λούλα αποκατέστησε περιβαλλοντικούς μηχανισμούς επιτήρησης και επιβολής του νόμου, επανέφερε την προστασία του δάσους στον πυρήνα της διεθνούς εικόνας της Βραζιλίας και ενίσχυσε θεσμούς για τους αυτόχθονες λαούς. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του συστήματος PRODES/INPE, η αποψίλωση στη Legal Amazonia έχει μειωθεί περισσότερο από 70% σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2022.
Η τελευταία ετήσια μέτρηση έφερε την έκταση περίπου στα 3.335 τετραγωνικά χιλιόμετρα, με πολύ μεγάλη πτώση έναντι του προηγούμενου κύκλου. Η επιτυχία δεν σημαίνει ότι η μάχη έχει κερδηθεί: οι πυρκαγιές, η παράνομη εξόρυξη, οι καταπατήσεις και η μεταφορά της πίεσης σε άλλα οικοσυστήματα παραμένουν σοβαρά προβλήματα.
Η τελευταία μεγάλη θητεία; Το στοίχημα ενός προέδρου που δεν ξέρει να αποχωρεί
Η τέταρτη εκλογή του Λούλα ίσως είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της πολιτικής του ανθεκτικότητας, αλλά όχι απαραίτητα η πιο ισχυρή εντολή του. Το 2010 αποχωρούσε από την προεδρία με οικονομική ανάπτυξη 7,5%, τεράστια προσωπική δημοτικότητα και τη δυνατότητα να επιλέξει ουσιαστικά τη διάδοχό του. Το 2026 νικά με διαφορά 3,6 ποσοστιαίων μονάδων μια ισχυρή ακροδεξιά, την ώρα που η Βραζιλία παραμένει σχεδόν μοιρασμένη στα δύο.
Και αυτή τη φορά δεν θα έχει μαζί του ένα φιλικό Κογκρέσο. Η δεξιά κατέκτησε περίπου το 59% των εδρών της νέας Βουλής και το 64% της Γερουσίας. Το PL διαθέτει πλέον τη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη και ο Λούλα θα πρέπει να περάσει δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις, κοινωνικές παροχές, περιβαλλοντικές πολιτικές και διορισμούς μέσα από ένα κοινοβουλευτικό σύστημα στο οποίο το Centrão απαιτεί διαρκή διαπραγμάτευση για υπουργεία, πόρους και τροπολογίες του προϋπολογισμού.
Αυτό είναι και το παράδοξο του Λούλα. Παραμένει ένας πολιτικός της εργατικής τάξης σε μια οικονομία όπου ο κλασικός βιομηχανικός εργάτης έχει χάσει έδαφος από τις υπηρεσίες, την επισφαλή απασχόληση και την οικονομία των εφαρμογών. Είναι ένας ηγέτης της Αριστεράς που έχει μάθει να κυβερνά μαζί με κεντρώους και συντηρητικούς. Είναι ο δημιουργός ενός ισχυρού κοινωνικού μοντέλου, αλλά ταυτόχρονα ο ηγέτης ενός κόμματος που συνδέθηκε με μερικά από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα διαφθοράς της χώρας. Είναι ένας πολιτικός που φυλακίστηκε και θεωρήθηκε τελειωμένος και που, μέσα σε επτά χρόνια, επέστρεψε για να κερδίσει δύο ακόμη προεδρικές εκλογές.
Οι κίνδυνοι της νέας θητείας είναι συγκεκριμένοι: δημοσιονομική κρίση εάν το χρέος συνεχίσει να αυξάνεται, υψηλά επιτόκια εάν ο πληθωρισμός δεν υποχωρήσει, κοινωνική κόπωση εάν η βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών δεν μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές τροφίμων, και πολιτικό αδιέξοδο εάν ο δεξιός έλεγχος του Κογκρέσου μετατραπεί σε συστηματικό βέτο. Παράλληλα, η άρνηση του Φλάβιο Μπολσονάρου να αναγνωρίσει αμέσως το αποτέλεσμα υπενθυμίζει ότι η θεσμική σύγκρουση που κορυφώθηκε μετά τις εκλογές του 2022 δεν έχει εξαφανιστεί.
