search icon

Journal

Η τραγωδία στο Αμπερφάν: Το πρωινό που 116 παιδιά δεν γύρισαν από το σχολείο

Ήταν Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 1966. Στο δημοτικό σχολείο τα παιδιά είχαν μπροστά τους την τελευταία ημέρα μαθημάτων πριν τις ολιγοήμερες φθινοπωρινές διακοπές - Στην πλαγιά πάνω από το χωριό, ο σωρός αποβλήτων με τον αριθμό 7, από το ανθρακωρυχείο Μέρθιρ Βέιλ, είχε αρχίσει να μετακινείται

Στις 21 Οκτωβρίου συμπληρώνονται 60 χρόνια από την τραγωδία που σημάδεψε την Ουαλία – Ένας σωρός αποβλήτων ανθρακωρυχείου κατέρρευσε πάνω στο δημοτικό σχολείο του χωριού, αφήνοντας 144 νεκρούς – Οι προειδοποιήσεις που αγνοήθηκαν

Ένα μικρό ρολόι, με τους δείκτες σταματημένους στις 9.13 το πρωί, βρίσκεται σήμερα στις συλλογές του Εθνικού Μουσείου της Ουαλίας. Το είχε κρατήσει ένας από τους ανθρώπους που συμμετείχαν στην επιχείρηση διάσωσης στο Αμπερφάν. Το 2022, ο γιος του, Μάικ Φλιν, το παρέδωσε στο μουσείο. Εξήντα χρόνια μετά την καταστροφή, το αντικείμενο αυτό εξακολουθεί να μετρά μια συγκεκριμένη στιγμή: εκείνη κατά την οποία η καθημερινότητα ενός χωριού διακόπηκε οριστικά.

Ήταν Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 1966. Στο δημοτικό σχολείο Πάντγκλας, στο Αμπερφάν της νότιας Ουαλίας, τα παιδιά είχαν μπροστά τους την τελευταία ημέρα μαθημάτων πριν τις ολιγοήμερες φθινοπωρινές διακοπές. Στην πλαγιά πάνω από το χωριό, ο σωρός αποβλήτων με τον αριθμό 7, από το ανθρακωρυχείο Μέρθιρ Βέιλ, είχε αρχίσει να μετακινείται. Το νερό μιας πηγής είχε αποσταθεροποιήσει τα υλικά.

Η μάζα κατρακύλησε προς τον οικισμό, μετατρεπόμενη σε μια ορμητική ροή λάσπης και μεταλλευτικών αποβλήτων. Χτύπησε σπίτια και το σχολείο. Ο τελικός απολογισμός ήταν 144 νεκροί: 116 παιδιά και 28 ενήλικοι.

«Η παιδική μας ηλικία τελείωσε εκείνη την ημέρα»

Ο Τζεφ Έντουαρντς ήταν οκτώ ετών. Ήταν το τελευταίο παιδί που ανασύρθηκε ζωντανό από τα ερείπια του σχολείου.

Πενήντα χρόνια αργότερα, μιλώντας στο ITV, περιέγραψε έναν βόμβο που δυνάμωνε, προτού χάσει τις αισθήσεις του. Όταν συνήλθε, ήταν καλυμμένος από τα υλικά της κατολίσθησης και δεν μπορούσε να κινηθεί. Δίπλα του βρισκόταν μια συμμαθήτριά του που είχε πεθάνει. Άκουγε φωνές, οι οποίες σταδιακά λιγόστευαν.

«Η παιδική μας ηλικία τελείωσε εκείνη την ημέρα», είπε. Οι περισσότεροι φίλοι του από την τάξη είχαν σκοτωθεί.

Οι προειδοποιήσεις που αγνοήθηκαν

Το ερώτημα που ακολούθησε την καταστροφή ήταν αναπόφευκτο: πώς είχε επιτραπεί να συσσωρεύονται τέτοια υλικά πάνω από ένα σχολείο;

Στην κοινοβουλευτική συζήτηση για το πόρισμα της έρευνας παρουσιάστηκαν αναφορές με προειδοποιήσεις που είχαν προηγηθεί επί χρόνια. Το 1963, δημοτικοί μηχανικοί είχαν στείλει επιστολές για τον κίνδυνο από τα απόβλητα πίσω από τα σχολεία του Πάντγκλας. Το 1964, δημοτική σύμβουλος είχε προειδοποιήσει ότι ενδεχόμενη μετακίνηση του σωρού μπορούσε να απειλήσει ολόκληρο το σχολείο. Κι όμως, η απόθεση υλικών συνεχίστηκε.

Η εξεταστική επιτροπή, υπό τον δικαστή Έντμουντ Ντέιβις, απέδωσε την ευθύνη στο National Coal Board, τον κρατικό οργανισμό άνθρακα. Το πόρισμα δημοσιεύθηκε στις 3 Αυγούστου 1967. Δεν ακολούθησαν ποινικές διώξεις. Όπως ανακοίνωσε η κυβέρνηση στη Βουλή, ο γενικός εισαγγελέας έκρινε ότι τα στοιχεία του πορίσματος δεν δικαιολογούσαν την άσκησή τους. Η παραίτηση που υπέβαλε ο πρόεδρος του οργανισμού, λόρδος Ρόμπενς, δεν έγινε δεκτή.

Οι μητέρες που συνέχισαν να συναντιούνται

Για τις οικογένειες, οι δημόσιες έρευνες και οι επίσημες ανακοινώσεις εξελίσσονταν παράλληλα με μια καθημερινότητα από την οποία έλειπαν τα παιδιά τους.

Η Μέριλιν Μπράουν έχασε τη δεκάχρονη κόρη της, Τζανέτ. Στο ντοκιμαντέρ του ITV για τις μητέρες του Αμπερφάν, το 2016, θυμήθηκε ότι το κορίτσι δεν ήθελε να πάει σχολείο εκείνο το πρωί. Ο εξάχρονος γιος της επέζησε.

Η Πατ Λι, που έχασε την οκτάχρονη Αν, περιέγραψε την αδυναμία της να μπει στο παρεκκλήσι όπου είχαν μεταφερθεί τα παιδιά για αναγνώριση. Πήγαν ο σύζυγός της και ο αδελφός του. Όταν βγήκε, τη ρώτησε τι φορούσε η κόρη τους.

Μέσα σε αυτό το πένθος, μια ομάδα μητέρων άρχισε να συναντιέται για να στηρίζει η μία την άλλη. Έγιναν γνωστές ως «Aberfan Young Wives». Οι περισσότερες ήταν τότε περίπου 35 ετών και όλες είχαν χάσει παιδιά. Όταν καταγράφηκε η ιστορία τους, μισό αιώνα αργότερα, εξακολουθούσαν να συναντιούνται κάθε εβδομάδα.

Όταν οι δωρεές πλήρωσαν την απομάκρυνση των αποβλήτων

Στην ιστορία του Αμπερφάν υπάρχει και μια οικονομική εκκρεμότητα που χρειάστηκε σχεδόν τρεις δεκαετίες για να αναγνωριστεί επισήμως.

Το 1968, το ταμείο δωρεών που είχε δημιουργηθεί μετά την καταστροφή συνεισέφερε 150.000 λίρες στο κόστος απομάκρυνσης των σωρών αποβλήτων πάνω από το χωριό. Χρήματα συγκεντρωμένα για την πληγείσα κοινότητα χρησιμοποιήθηκαν, δηλαδή, για να απομακρυνθούν υλικά από την πλαγιά.

Στις 31 Ιουλίου 1997, ο τότε υπουργός αρμόδιος για την Ουαλία, Ρον Ντέιβις, ανακοίνωσε επιχορήγηση 150.000 λιρών για την επιστροφή του ποσού. Στην επίσημη γραπτή απάντησή του στη Βουλή τόνισε ότι δεν θα έπρεπε εξαρχής να είχε ζητηθεί συνεισφορά από το ταμείο για αυτόν τον σκοπό.

Η αναγνώριση ήρθε 31 χρόνια μετά την καταστροφή. Προσέθεσε ένα ακόμη κεφάλαιο στη διαδρομή μιας κοινότητας που, εκτός από την απώλεια, είχε να αντιμετωπίσει και τον τρόπο με τον οποίο οι θεσμοί διαχειρίστηκαν τις συνέπειές της.

Τα αντικείμενα που κρατούν τα ονόματα ζωντανά

Για την εξηκοστή επέτειο, το Εθνικό Μουσείο της Ουαλίας οργανώνει εκθέσεις και δράσεις μνήμης στα μουσεία Big Pit και St Fagans.

Στις συλλογές του βρίσκονται κούκλες που ανήκαν στις μαθήτριες Έριλ Μάι Τζόουνς και Νόρμα Μάμφορντ, οι οποίες σκοτώθηκαν στην καταστροφή. Έχουν επίσης παραδοθεί προσωπικά αντικείμενα των αδελφών Καρλ και Μέριλιν Μινέτ. Η αδελφή τους, Γκέινορ Μάντζγουικ, επέζησε.

Ένα ρολόι, δύο κούκλες, αντικείμενα παιδιών. Μέσα από αυτά, ο αριθμός 116 αποκτά ξανά ονόματα και πρόσωπα.

Για τις 21 Οκτωβρίου 2026, η ουαλική κυβέρνηση είχε καλέσει τους οργανισμούς της χώρας να τηρήσουν ενός λεπτού σιγή στις 9.15 το πρωί, στη μνήμη των θυμάτων.

Exit mobile version