search icon

Journal

Ποιοι κινούν τα νήματα πίσω από την άνθηση του θεάτρου στην Αθήνα: Σκηνοθέτες και ηθοποιοί, αμοιβές, φεσώματα και ανέκδοτες ιστορίες

Στην Αθήνα των χιλιάδων παραστάσεων, ένα παράλληλο έργο δεν παίζεται πάνω στη σκηνή αλλά πίσω της - Παραγωγοί που διαχειρίζονται ολόκληρα θεατρικά δίκτυα, σκηνοθέτες που αποκτούν τη δύναμη των παλιών σταρ και πρωταγωνιστές με ηχηρό όνομα και υψηλό κασέ συνθέτουν ένα νέο τοπίο ισχύος - Ποιοι αποφασίζουν τελικά τι θα δούμε και ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;

Στην Αθήνα των χιλιάδων παραστάσεων, ένα παράλληλο έργο δεν παίζεται πάνω στη σκηνή αλλά πίσω της. Παραγωγοί που διαχειρίζονται ολόκληρα θεατρικά δίκτυα, σκηνοθέτες που αποκτούν τη δύναμη των παλιών σταρ και πρωταγωνιστές με ηχηρό όνομα και υψηλό κασέ συνθέτουν ένα νέο τοπίο ισχύος. Ποιοι αποφασίζουν τελικά τι θα δούμε και ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;

Είναι η εποχή της πρεμιέρας, οι προσκλήσεις και τα δελτία τύπου βομβαρδίζουν τα μέιλ, μικρές και μεγάλες θεατρικές σκηνές ανοίγουν τις πόρτες τους για το κοινό -κάθε δρόμος κι ένα θέατρο στο κέντρο της Αθήνας, κάθε ταμείο και καημός.

Με περίπου 2.000 παραστάσεις το χρόνο να αναμένουν εναγωνίως την προσέλευση του κοινού, το λογικό ερώτημα θα ήταν πόσοι πια να γεμίσουν όλα αυτά τα θέατρα και πού να πρωτοπάνε έστω κι αν μετά την περίοδο του covid, το θέατρο ζει ομολογουμένως μεγάλες στιγμές με την προσέλευση του κοινού να προσομοιάζει με «ηφαιστειακή έκρηξη» , όπως την χαρακτήρισε άνθρωπος του χώρου που απλά επιβεβαιώνει αυτό που ζούμε όλοι, θεατρόφιλοι και μή: το μεγάλο μπουμ.

Το θέατρο έγινε λόγος για να σηκωθείς από τον καναπέ του σαλονιού, έξοδος ολοκληρωμένη και με επίφαση κουλτούρας -θα δεις παράσταση, θα δεις και θα σε δουν, θα πιεις κι ένα ποτό στο φουαγιέ, θα έχεις άποψη για το έργο και για τον ηθοποιό ως μια απόδειξη ότι “ήσουν κι εσύ εκεί όπου παίζει όλο το παιχνίδι”. Και το παιχνίδι του νέου στάτους παίζεται πια στο θέατρο κι αυτό είναι ένα καλό νέο.

Η εξοικείωση του κοινού με τη διαδικασία της προπώλησης εισιτηρίων τρεις και τέσσερις μήνες (ενίοτε κι ένα χρόνο) πριν την όποια πολυδιαφημισμένη παράσταση είναι επίσης πρωτοφανής τα τελευταία χρόνια, γεγονός που δικαιολογεί ταυτόχρονα και την καινούρια επιχειρηματική δυναμική της θεατρικής αγοράς, με νέους παίκτες να ορίζουν τους κανόνες ενός κλάδου φαινομενικά ανθηρού αλλά κι απρόβλεπτου, αφού το πολυπόθητο sold out δεν έχει συνταγή, έχει σίγουρα όμως προϋποθέσεις: καλό έργο, καλό σκηνοθέτη, καλό ηθοποιό.

Και φυσικά έναν παραγωγό πρόθυμο να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη – με το αζημίωτο και κατ’ευχήν. Πολύ πιθανόν αυτή τη στιγμή ένας από αυτούς βρίσκεται μόνος του σε ένα γραφείο και κάνει υπολογισμούς -τόσα από την προπώληση, τόσες οι θέσεις, τόσες οι παραστάσεις στην εβδομάδα, τόσο το εισιτήριο επί τόσους μήνες, μείον τα έξοδα παραγωγής (ενοίκια, σκηνικά και σκηνογράφος, φωτισμοί, φροντιστές, χορευτές, μουσικοί, ενδυματολόγοι, μακιγιέρ, τεχνικοί, καθαριστές και ταξιθέτες συν πρωταγωνιστές, ηθοποιοί, σκηνοθέτης, κειμενογράφος, φόροι, πνευματικά δικαιώματα ) ίσον… Δύσκολα βγαίνει το μπάτζετ αλλά περιέργως κανείς δεν εγκαταλείπει το πλοίο γιατί το ταξίδι είναι ωραίο. Και κάποιες φορές αφήνει και καλά λεφτά.

«Το δέλεαρ για τους παραγωγούς δεν είναι τόσο τα χρήματα αλλά το κοινωνικό στάτους. Αν δεν έχεις μεράκι για το θέατρο, ψώνιο μάλλον, δεν κάνεις αυτή τη δουλειά. Ναι μπορεί να βγάλεις λεφτά από μία παράσταση αλλά μπορεί να σε βάλει “μέσα” μία άλλη, οπότε μπαλώνεις τις τρύπες των ζημιών της μιας από τα κέρδη της άλλης. Η’ μπορεί φέτος να σου πάνε όλα καλά και του χρόνου όλα χάλια. Κάποιες φορές αρκεί μία “φιλόδοξη” παράσταση που δεν απέδωσε για να σε βάλει μέσα ή να ισορροπήσεις οικονομικά με άλλες που δεν τις υπολόγιζες» λέει παραγωγός.

Στο εύλογο ερώτημα γιατί κάποιος να ρισκάρει λεφτά σε μια αγορά με υπερπροσφορά παραστάσεων και μικρά περιθώρια κέρδους, η απάντηση είναι ότι οι παραγωγοί δεν βάζουν συνήθως δικά τους λεφτά αλλά είναι υποχρεωμένοι να τα βρουν. Οσο για τις πρώτες ενδείξεις από την φετινή θεατρική σεζόν, μετά από μια ανθηρή περίπου πενταετία με φαινόμενα μαζικών προσελεύσεων και απανωτών (ανέλπιστων ενίοτε) sold out ήδη από την προπώληση, η αίσθηση με χρηματιστηριακούς όρους είναι εκείνη της «διόρθωσης» -ούτε μπουμ ούτε και κραχ- με το ενδιαφέρον του κοινού να παραμένει ζωντανό αλλά χωρίς την εκρηκτική ορμή του πρόσφατου παρελθόντος.

Παραγωγές με μολύβι και χαρτί

«Ενας έμπειρος παραγωγός όταν κάνει τους υπολογισμούς για τα κόστη μιας παράστασης, ξεκινά με το δεδομένο του “μισού θεάτρου” και όχι του sold out. Αν ένα θέατρο έχει για παράδειγμα χωρητικότητα 200 θέσεων που είναι και το επιθυμητό για μια φιλόδοξη παράσταση που θα παίζεται πέντε μέρες την εβδομάδα με τιμή εισιτηρίου 20 ευρώ κατά μέσο όρο, εκείνος θα υπολογίσει το μπάτζετ βάσει των εισπράξεων από τη μισή κάλυψη των θέσεων. Κανείς δηλαδή δεν ξεκινά από το πιο αισιόδοξο σενάριο του sold out αλλά από εκείνο που δεν σε βάζει μέσα. Αν ένα sold out σημαίνει εισπράξεις 300.000 ευρώ το μήνα, εκείνος θα φροντίσει ώστε η παραγωγή να μην του κοστίσει πάνω από 150.000 π.χ. Αλλιώς πάει για ρίσκο», λέει θεατράνθρωπος.

Κι όταν μιλάμε για θέατρο, οι υπολογισμοί είναι αμέτρητοι. Τη στιγμή που κάποιες εκατοντάδες (ή και χιλιάδες τα ΣΚ) θεατές αποφασίζουν αν θα διαθέσουν είκοσι ή τριάντα ευρώ για μία παράσταση, οι παραγωγοί έχουν μια μακριά λίστα εξόδων και αμοιβών που πρέπει να βάλουν κάτω με χαρτί και με μολύβι αν δεν θέλουν να τινάξουν τον προϋπολογισμό στον αέρα και κατέβει η παράσταση με συνοπτικές διαδικασίες. Αν κάποτε ο θεατρικός χώρος είχε οικοδομηθεί γύρω από τον θιασάρχη και τον μεγάλο ηθοποιό με το όνομά του φαρδύ στην μαρκίζα, σήμερα η εμπορική επιτυχία είναι πολυπαραγοντική και εκτός από τους πρωταγωνιστές, δέλεαρ για την προσέλευση του κοινού είναι καταρχάς το έργο και κατά δεύτερον ποιος το σκηνοθετεί.

Πίσω όμως από αυτούς βρίσκονται οι αφανείς ήρωες: εκείνοι που υπογράφουν τις επιταγές και αγωνιούν όχι μόνο για τη βιωσιμότητα της παράστασης αλλά και για τη δική τους που ταυτόχρονα όμως έχουν και ηγετικό ρόλο στην ομάδα αφού εκείνοι παίρνουν τις αποφάσεις. Μεταξύ αυτών των ισχυρών σήμερα ονομάτων που κατά κάποιον τρόπο διαφεντεύουν το ελληνικό θέατρο είναι μια δεκάδα περίπου ανθρώπων που διαχειρίζονται την πλειοψηφία των πιο «δυνατών» παραστάσεων και θεατρικών χώρων και στην πλειοψηφία τους συνδυάζουν επιτυχημένα την εμπορικότητα με το καλλιτεχνικό όραμα.

Ο Γιώργος Λυκιαρδόπουλος, με την εταιρεία Λυκόφως, συμμαθητής από το Κολέγιο Αθηνών και φίλος (ενίοτε και συνεργάτης παλιότερα με το θέατρο Χώρα) με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, διαχειρίζεται φέτος τις παραγωγές του θεάτρου της «Οδού Κυκλάδων Λευτέρης Βογιατζής», του θεάτρου «Κατερίνα Βασιλάκου-Μαριάννα Τόλη», του «Πορεία» και του «Πλύφα» ξεκίνησε από τις κινηματογραφικές παραγωγές και από το 2004 και με τις θεατρικές, με την παράσταση «Tape» στο υπόγειο του Βολανάκη να στέφεται με ανέλπιστη επιτυχία.

Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης

Αν και η δεύτερη απόπειρα δεν είχε την ίδια τύχη, το μικρόβιο του θεάτρου ήταν όπως απεδείχθη ανίατο και μέχρι σήμερα το όνομά του βρίσκεται πίσω από δεκάδες καλλιτεχνικές επιτυχίες -ίσως όχι πάντα και εμπορικές αλλά αυτό είναι ο κανόνας για όλους και όχι η εξαίρεση. Φέτος πάντως με τα έργα «Μακμπέθ» με Καραμπέτη και Γάλλο στους πρωταγωνιστικούς ρόλους (θέατρο «Κατερίνα Βασιλάκου – Μαριάννα Τόλη») και «Γίγαντα» (με τον Αρη Λεμπεσόπουλου στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων) φαίνεται να έκανε μπίνγκο.

Ο Παναγιώτης Γεροδήμος έχει συνδέσει το όνομά του αφενός με το Θέατρο «Κιβωτός», αφετέρου με τη τεράστια επιτυχία των παραστάσεων «Παίχτες», «Ρινόκερος» και «Κουζίνα» που ανέδειξε μια νέα δυναμική σκηνοθετών όπως ο Γιώργος Κουτλής, οι αδερφοί Τάκης και Γιώργος Γεώργα της εταιρείας Artinfo με τα θέατρα «Ακροπόλ» και Δημοτικό θέατρο Πειραιά, ο Μίλτος Σωτηριάδης με το θέατρο Νέος Κόσμος, (το τριπλό συγκρότημα με την Κεντρική Σκηνή, την Κάτω Σκηνή και το Δώμα), οι Αφοί Τάγαρη και ο γιος, Μάριος με τα θέατρα μεταξύ άλλων “Αλκυονίς”, “Βεάκη”, “Βέμπο” και “Προσκήνιο” στο χαρτοφυλάκιό τους, ο Δημήτρης Αρχιμανδρίτης της Happy Production με τα “Ανεσις” και “Νέος Ακάδημος”, ο Διονύσης Παναγιωτάκης της εταιρείας Αθηναϊκά Θέατρα με μια πλειάδα κεντρικών θεάτρων και εμπορικών παραστάσεων (θέατρα Αλίκη, Μικρό Παλλάς, Λαμπέτη, Ηβη, Εμπορικόν, Αποθήκη κτλ) αλλά και ο Πάνος Κατσαρίδης της Prime Entertainment που είναι ουσιαστικά ο θεατρικός βραχίονας ενός ευρύτερου ομίλου (MK Group of Companies των Μαροσούλη – Κοτταρίδη).

Ο Γιώργος Γάλλος και η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στο «Μακμπέθ»

 

Οσο για τις μεταξύ τους σχέσεις όπως τις περιγράφει άνθρωπος του χώρου, «είναι σε γενικές γραμμές συναδελφικά καλές για το συμφέρον όλων, ενίοτε συνεργάζονται σε συμπαραγωγές και η όποια κόντρα μπορεί να προκύψει, συνήθως άτυπα και υπογείως, είναι η Επίδαυρος, ως το μήλο της έριδος που το διεκδικούν όλοι οι μεγάλοι παίχτες: η Επίδαυρος των 9.000 θέσεων σε χρήση. Τουτέστιν, το «χρυσό αβγό» των θεατρικών παραγωγών αφού εκτός από κέρδη (συνήθως κάθε παράσταση μετά την Επίδαυρο περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα) προσδίδει και κύρος στον εκάστοτε παραγωγό. Εκεί πέφτει ξύλο», λέει χαρακτηριστικά.

Και πώς να μην πέφτει αφού όσο ικανοποιητική κι αν είναι η πορεία κάποιων θεατρικών παραγωγών, η αγορά δεν παύει να ασφυκτιά από την υπερπροσφορά. Στην Αθήνα δεν λείπουν οι παραστάσεις. Με περίπου 2.000 παραστάσεις το χρόνο, σε μικρά και μεγάλα θέατρα, σε μικρές και μεγάλες σκηνές και όχι μόνο θεατρικές αλλά και σε μπαρ, πολυχώρους ακόμα και διαμερίσματα ή γκαράζ, το ερώτημα είναι αν υπάρχουν θεατές για όλες.

Επίδαυρος

Η νέα θεατρική οικονομία έχει και αυτή της αντιφάσεις της: την ώρα που κάποιοι παραγωγοί επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους, άλλοι δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και τη τυρόπιτα του πρωταγωνιστή. Εξού και δεν λείπουν τα φεσώματα αν και τα τελευταία χρόνια το φαινόμενο δεν είναι πια συχνό ούτε χαρακτηρίζει την πάγια τακτική των παραγωγών.

Το παρακάτω περιστατικό έχει γίνει ανέκδοτο στη θεατρική πιάτσα και το μεταφέρουμε αυτούσιο όπως το διηγείται γελώντας ένας γνώστης των πραγμάτων: «Ενας παραγωγός χρώσταγε λεφτά σε έναν ηθοποιό κι εξαφανίζεται. Ο ηθοποιός τον έπαιρνε συνέχεια τηλέφωνο, του έστελνε μηνύματα, κι εκείνος τίποτα. Καμία ανταπόκριση. Είδε κι απόειδε ο ηθοποιός, μετά από κάποιο καιρό παράτησε την προσπάθεια, πήρε απόφαση ότι φεσώθηκε. Πάει λοιπόν στην πρεμιέρα ενός έργου και τυγχάνει να είναι εκεί και ο παραγωγός αλλά δεν μίλησε ο ένας στον άλλο. Τελειώνει το έργο, φεύγουν και έρχεται μήνυμα στο κινητό του ηθοποιού από τον παραγωγό: “Αγαπητέ μου τι κάνεις; …Ετοιμάζω μια δουλειά και σε σκέφτηκα. Τι θα ‘λεγες να συνεργαστούμε”. Εκπληκτος ο ηθοποιός του απαντάει: “Μα έχουμε ήδη ένα υπόλοιπο. Σε παίρνω εδώ και μήνες…”. Και του γράφει ο παραγωγός: “Ξέρω, ξέρω. Ελεγα ότι μπορούμε να τα ξεχάσουμε όλα και να κάνουμε μια νέα αρχή”».

Σκηνοθέτες: Οι νέοι σταρ

Αν και η Αθηναϊκή θεατρική πιάτσα απέχει έναν Ατλαντικό από το Μπρόντγουει σε όρους τουλάχιστον παχυλών συμβολαίων με υπογραφές διασημοτήτων στο μέρος των δικαιούντων αμοιβών, το μικρό μας star system τα τελευταία χρόνια γνωρίζει και μια ελαφριά μετατόπιση ή έστω ένα μοίρασμα δόξας.

Το όνομα ενός τάδε σκηνοθέτη στους τίτλους των συντελεστών δίνει σε ένα έργο βαρύνουσα σημασία, σχεδόν αντίστοιχη με εκείνη ενός μεγάλου πρωταγωνιστή που μέχρι πρότινος κρατούσε σε αποκλειστικότητα τα ηνία του «κράχτη». Το κοινό έχει εκπαιδευτεί αρκετά ώστε να μην ακολουθεί πια τον πρωταγωνιστή αλλά εκείνον που τον καθοδηγεί και φέρει εν γένει την ευθύνη μιας παράστασης, τον σκηνοθέτη, ως εγγύηση ενός θεάματος που θα τον κρατήσει ενεργό για περίπου δύο ώρες και όχι μισολιπόθυμο από ανία και νύστα (ναι, συμβαίνει σε πολλές ακόμα και πολυδιαφημισμένες παραστάσεις με πολλούς τάδε και τάδε μαζί αλλά το γλυκό να βγαίνει σούπα).

Μια νέα γενιά σκηνοθετών, ο καθένας με το δικό του στυλ και διαδρομή, έχουν προσδώσει νέα δυναμική στην θεατρική απόδοση των έργων καταφέρνοντας με μαεστρία να ισορροπούν μεταξύ καλλιτεχνικής αρτιότητας και εμπορικότητας και να μετακινούνται με ευχέρεια από τις μεγάλες παραγωγές στις μικρές και τούμπαλιν χωρίς να χάνουν την ταυτότητά τους -ή όπως το έθεσε άνθρωπος της επικοινωνίας «χωρίς να πουλάνε την ψυχή τους στο διάβολο».

Γιώργος Κουτλής «Η Κουζίνα»

Από τους πλέον πια αναγνωρισμένους ως πρωτοπόρος είναι ο Γιώργος Κουτλής που μετά την ιλιγγιώδη επιτυχία του έργου “Οι Παίχτες” έχει καταφέρει κάθε παράσταση που υπογράφει να γίνεται talk of the town, με το έργο “Κουζίνα” στο “Κιβωτός” να παίζεται για δεύτερη σεζόν, ενώ με ενδιαφέρον αναμένεται και το προσεχές “People, Places and Things”.

Ο Αρης Μπινιάρης από την άλλη έβγαλε το underground από το περιθώριο δημιουργώντας ένα θέαμα ωμού ρεαλισμού μεν, υψηλής αισθητικής δε. Το “Dogvill” στο Δημοτικό θέατρο Πειραιά είναι το επόμενο πολυναμενόμενο πρότζεκτ. Η Λένα Κιτσοπούλου ανήκει επίσης στην ομάδα των επιδραστικών σκηνοθετών έχοντας καταφέρει να επιβάλλει την θεατρική οπτική της σε ένα ευρύτερο κοινό που κάποτε την θεωρούσε αιρετική, ο Βασίλης Μπισμπίκης, με σταθερή θεματολογία από το περιθώριο και τους παρίες της πόλης, μετά την επιτυχία του “Ανθρωποι και Ποντίκια” (που παίζεται φέτος ξανά) έχει αποκτήσει σταθερό φανατικό κοινό, ο Δημήτρης Καρατζάς είναι πια σκηνοθέτης μεγάλης κλίμακας μετά και την μεγάλη επιτυχία του “Αμλετ” με την Στεφανία Γουλιώτη και την “Αλκηστη” στην Επίδαυρο, επιστρέφει με το “Ρομπέρτο Τσούκο”στο “Προσκήνιο” ενώ ο Γιώργος Παλούμπης μετά τα “Ανεξάρτητα Κράτη” και ο Γιώργος Τσουρής μετά τα “170 τετραγωνικά” ανήκουν στις υπολογίσιμες δυνάμεις που λαμβάνει υπόψη κάθε θεατρικός παραγωγός.

 

Ο Βασίλης Μπισμπίκης

Ειδική μνεία και στην σκηνοθέτιδα Ιόλη Ανδρέαδη, άτυπη εκπρόσωπο του λεγόμενου μαγικού ρεαλισμού, με σταθερή παρουσία τη τελευταία δεκαετία και στο εξωτερικό, με το έργο πέρυσι “Οσα παίρνει ο άνεμος” και τη Λένα Παπαληγούρα στον πρωταγωνιστικό ρόλο να κάνει sold out με 6 παραστάσεις την εβδομάδα. Αξια όμως αναφοράς και η Ελένη Ευθυμίου που αναδεικνύει ευπαθείς κοινωνικές ομάδες μέχρι πρότινος μη ορατές σε ένα ευρύτερο κοινό.

Οι σκηνοθέτες όπως και οι περιζήτητοι ηθοποιοί συνήθως πληρώνονται με ποσοστά επί των εισπράξεων ξεκινώντας από μία μίνιμουμ αμοιβή ως εγγύηση. Ενα καλό όνομα για παράδειγμα μπορεί να συμφωνήσει από 4 έως 10% επί των εισπράξεων, πράγμα που σημαίνει ότι αν μια παράσταση πάει καλά, θα εισπράξει για το τρίμηνο της σεζόν από 10.000 έως 20.000 ευρώ περίπου. Στους περιζήτητους τα τελευταία χρόνια, ανήκουν ενδεικτικά ηθοποιοί όπως σταθερά η Καρυοφιλλιά Καραμπέτη, ο Νίκος Κουρής, οι Οδυσσέας Πασπηλιώπουλος και Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης (και ως σκηνοθέτες), ο Αρης Σερβετάλης, η Μαρία Ναυπλιώτου, η Λένα Παπαληγούρα, η Γιούλικα Σκαφιδά, η Κόρα Καρβούνη, ο Γιάννης Νιάρρος, η Ελλη Τρίγκου, ο Γιώργος Χρυσοστόμου, η Ιωάννα Παππά, η Ευαγγελία Μουμούρη, ο Αιμίλιος Χειλάκης, η Νένα Μεντή, ο Νίκος Καραθάνος.

 

 
 
 
 
 
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Youlika Skafida (@youlika.skafida)

Η Γιουλίκα Σκαφιδά

Η πραγματική δύναμη όμως σκηνοθετών και ηθοποιών δεν μπορεί να αποτιμηθεί μόνο από τις καλές κριτικές ή την προβολή τους αλλά και από πόσες προτάσεις δέχονται, ποιες απορρίπτουν, ποιοι παραγωγοί τούς διεκδικούν και ποιους όρους έχουν τη δυνατότητα να διαπραγματευτούν.

Αυτή είναι η πλευρά της ιστορίας που σπάνια εμφανίζεται στα επίσημα προγράμματα. Το αθηναϊκό θέατρο δεν έχει έναν και μοναδικό ισχυρό άνδρα. Έχει διαφορετικά κέντρα επιρροής που συναντιούνται, συνεργάζονται και ανταγωνίζονται για το ίδιο κοινό.

 

Ο Γιάννης Νιάρρος

Ο παραγωγός διαθέτει τα κεφάλαια και αναλαμβάνει τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Ο σκηνοθέτης φέρνει την ιδέα και την καλλιτεχνική του ταυτότητα. Ο πρωταγωνιστής εξακολουθεί να προσφέρει αναγνωρισιμότητα. Οι δημόσιοι οργανισμοί και οι μεγάλες θεατρικές σκηνές προσθέτουν μια διαφορετική μορφή κύρους.

Κανείς όμως δεν μπορεί να εξασφαλίσει μόνος του μια επιτυχία. Αυτό ίσως το έχει καταφέρει η Ελένη Ράντου με ένα έργο, “Το πάρτυ της ζωής μου”, μόνολογο και δυο μουσικούς στη σκηνή, που για 5η συνεχόμενη χρονιά εξακολουθεί να είναι sold out. Αυτό, όμως είναι η εξαίρεση.

Ελένη Ράντου “Το πάρτυ της ζωής μου”

Οι νέοι “βαρόνοι” του θεάτρου, λοιπόν, δεν είναι απαραίτητα εκείνοι που παίρνουν το μεγαλύτερο χειροκρότημα. Είναι οι άνθρωποι που διαθέτουν τη δυνατότητα να επιλέγουν, να χρηματοδοτούν, να δημιουργούν και να επηρεάζουν όσα θα συμβούν πάνω στη σκηνή.

Μόνο που υπάρχει μια λεπτομέρεια που τους ξεχωρίζει από τους πραγματικούς βαρόνους: η εξουσία τους πρέπει να επιβεβαιώνεται κάθε βράδυ. Και το τελικό δικαίωμα της έγκρισης δεν βρίσκεται ούτε στο γραφείο του παραγωγού ούτε στην καρέκλα του σκηνοθέτη. Βρίσκεται στο ταμείο. Η’ όπως το έχει πει καλύτερα ο Σταμάτης Φασουλής όταν σε κάποια παράσταση σε ένα υπόγειο κατάμεστο θέατρο μπήκε σχεδόν στο τέλος της και άρχισε να χειροκροτά μαζί με το ενθουσιώδες κοινό. “Κρίμα που ήρθατε στο τέλος κύριε Φασουλή”, του πέταξε ο σκηνοθέτης για να πάρει την απάντηση: “Αγάπη μου, στην ηλικία μου το καλό πουκάμισο το αναγνωρίζεις από το μανικετόκουμπο”.

Exit mobile version