Έναν χρόνο μετά την έναρξη της δεύτερης θητείας του Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, οι επενδυτές δεν στερούνται λόγων για να εγκαταλείψουν τα αμερικανικά assets. Τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα, επιθέσεις κατά της Fed, εμπορικοί πόλεμοι και –πιο πρόσφατα– η εμμονή για την προσάρτηση της Γροιλανδίας, συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα, σύμφωνα με τον Economist. Κατά διαστήματα, η εμπιστοσύνη πράγματι κλονίζεται. Το ίδιο συνέβη και πρόσφατα, όταν η κρίση γύρω από τη Γροιλανδία συνέπεσε με αναταράξεις στην αγορά ιαπωνικών κρατικών ομολόγων, ανεβάζοντας τις αποδόσεις και στα αμερικανικά Treasuries.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, επιχείρησε να αποδώσει τις πιέσεις αποκλειστικά στα «κύματα», που προήλθαν από την Ιαπωνία και επηρέασαν τις αγορές κρατικού χρέους παγκοσμίως. Πράγματι, και αλλού οι αποδόσεις αυξήθηκαν τις τελευταίες ημέρες. Ωστόσο, σε συνθήκες διεθνούς αναταραχής το δολάριο συνήθως ενισχύεται, καθώς θεωρείται ασφαλής επιλογή. Αυτή τη φορά, αντίθετα, αποδυναμώθηκε, ένδειξη ότι τα προβλήματα δεν βρίσκονται μόνο στο εξωτερικό, αλλά και εντός των αμερικανικών συνόρων.
Παρά ταύτα, οι προηγούμενες κρίσεις αποδείχθηκαν βραχύβιες και μέχρι στιγμής οι απώλειες είναι περιορισμένες. Οι αποδόσεις των 10ετών Treasuries βρίσκονται μόλις δύο μονάδες βάσης πάνω από τα επίπεδα της 16ης Ιανουαρίου. Επιπλέον, παραμένουν σαφώς χαμηλότερα από εκεί που βρίσκονταν, όταν ο Τραμπ ανέλαβε καθήκοντα πριν από έναν χρόνο και έχουν υποχωρήσει περισσότερο από τις αντίστοιχες αποδόσεις οποιασδήποτε άλλης ανεπτυγμένης οικονομίας. Με άλλα λόγια, παρά τις πολιτικές ακρότητες του Τραμπ, οι λεγόμενοι bond vigilantes δείχνουν έως τώρα επιείκεια, υπογραμμίζει ο Economist.
Και άλλοι δείκτες σκιαγραφούν μια αντίστοιχα καθησυχαστική εικόνα. Το ασφάλιστρο που απαιτούν οι επενδυτές για να διακρατούν αμερικανικά ομόλογα αντί άλλων κρατικών τίτλων, μετατρέποντας τα έσοδα σε δολάρια, κινείται εντός ιστορικών ορίων. Μάλιστα, τους τελευταίους μήνες έχει συρρικνωθεί, σύμφωνα με υπολογισμούς του Ρόμπιν Μπρουκς από το Brookings Institution. Στα μέσα του περασμένου έτους, το δολάριο φαινόταν ασθενέστερο απ’ όσο θα δικαιολογούσαν βραχυπρόθεσμοι παράγοντες, όπως οι διαφορές επιτοκίων μεταξύ χωρών. Πλέον έχει επανέλθει στα επίπεδα που προβλέπουν τα μακροοικονομικά μοντέλα, εκτιμά ο Στίβεν Κάμιν του American Enterprise Institute.
Τι εξηγεί αυτή την ανθεκτικότητα; Μία απάντηση είναι ότι, παρά τα δημοσιονομικά της αμαρτήματα, η Αμερική μοιάζει σχετικά «ενάρετη» σε σύγκριση με άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες. Η Ιαπωνία είναι φορτωμένη με κολοσσιαίο χρέος. Η Γαλλία βιώνει μια αργά εξελισσόμενη δημοσιονομική κρίση. Η Βρετανία παραμένει παγιδευμένη σε χαμηλή ανάπτυξη και υψηλή φορολογία. Οι ΗΠΑ μπορεί να είναι υπερχρεωμένες, αλλά η οικονομία τους εξακολουθεί να αναπτύσσεται και τα δημογραφικά τους δεδομένα είναι λιγότερο δυσοίωνα. Το μέγεθος της οικονομίας και ο μοναδικός ρόλος του δολαρίου στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα λειτουργούν επίσης ως ασπίδα. Άλλωστε, οι ανησυχίες για τα ελλείμματα των ΗΠΑ δεν είναι κάτι νέο και ιστορικά η υπερβολική ανησυχία γύρω από αυτά έχει κοστίσει χρήματα στους επενδυτές.
Υπάρχει όμως και μια λιγότερο αισιόδοξη ερμηνεία. Τα ομόλογα τείνουν να αποδίδουν καλύτερα όταν η ανάπτυξη επιβραδύνεται και οι αγορές προεξοφλούν χαμηλότερα επιτόκια, καθώς τα υψηλότερα κουπόνια των υφιστάμενων τίτλων γίνονται πιο ελκυστικά. Η αμερικανική ανάπτυξη, αν και παραμένει θετική, έχει επιβραδυνθεί, ιδίως σε σχέση με το τι θα μπορούσε να έχει επιτευχθεί αν ο Τραμπ δεν είχε υιοθετήσει πολιτικές που αναχαιτίζουν την ανάπτυξη, όπως οι δασμοί και οι μαζικές απελάσεις. Αυτή η εξήγηση θα δοκιμαστεί εάν η ανάπτυξη επιταχυνθεί το 2026, όταν οι φορολογικές περικοπές της κυβέρνησης θα αποδώσουν πλήρως.
Ή ίσως οι αγορές απλώς κάνουν λάθος. Οι επενδυτές είναι εξοικειωμένοι με μικρές μεταβολές στην ανάπτυξη και τον πληθωρισμό. Αντίθετα, οι επιπτώσεις των ριζοσπαστικών ιδεών του Τραμπ –για τους δασμούς, τη μετανάστευση, την ανεξαρτησία της Fed και πολλά ακόμη– είναι δυσκολότερο να αποτιμηθούν. Όταν ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε το 2021-22 για πρώτη φορά εδώ και 40 χρόνια, οι αγορές άργησαν να αντιληφθούν ότι η Fed θα αναγκαζόταν να αυξήσει επιθετικά τα επιτόκια. Ο κίνδυνος είναι ότι, όταν τελικά οι επενδυτές αλλάξουν άποψη, οι νέες τους πεποιθήσεις θα αποδειχθούν εξίσου δύσκολο να μεταβληθούν.
Διαβάστε ακόμη
Υδρογονάνθρακες: Πατάει «γκάζι» η Ελλάδα για γεώτρηση στο ΒΔ Ιόνιο (vid)
Dolce & Gabbana: Η αυτοκρατορία που αρνείται να πουληθεί – Το θρίλερ των $450 εκατ. (pics)
Ανάσα για την επιτραπέζια ελιά μετά τη Mercosur: «Πλώρη» για Ινδία με μηδενικούς δασμούς
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
