search icon

Αγορές

Πώς μπορούν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ να επηρεάσουν τις μετοχές – Άμυνα, υγεία, crypto, AI στο επίκεντρο, τι βλέπει η Morgan Stanley

Οι ενδιάμεσες εκλογές ενδέχεται να ανατρέψουν τις ισορροπίες για ορισμένες από τις μεγαλύτερες αμερικανικές επιχειρήσεις - Τα δισεκατομμύρια των κρατικών συμβάσεων και οι νέοι ρυθμιστικοί κίνδυνοι - Οι 21 μήνες του Τραμπ που συγκλόνισαν την Αμερική και άλλαξαν τον κόσμο

Ιδιαίτερη σημασία για τις αγορές αποκτούν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ φέρνοντας στο προσκήνιο νέους κινδύνους για τις μετοχές. Το αποτέλεσμα της κάλπης και οι νέες ισορροπίες δυνάμεων στο Κογκρέσο ενδέχεται να διαμορφώσουν ένα διαφορετικό πολιτικό και ρυθμιστικό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις και τους επενδυτές. Η έκβαση της εκλογικής αναμέτρησης αναμένεται να επηρεάσει κρίσιμους τομείς της αμερικανικής οικονομίας, από τις αμυντικές βιομηχανίες και τον τραπεζικό κλάδο έως την υγειονομική περίθαλψη, την αγορά των κρυπτονομισμάτων και την τεχνητή νοημοσύνη.

Η Lockheed Martin αντλεί περίπου το 70% των πωλήσεών της από την αμερικανική κυβέρνηση. Το πρόγραμμα Medicaid αντιπροσωπεύει τα τρία τέταρτα των εσόδων της Molina Healthcare από ασφάλιστρα. Η Coinbase, από την πλευρά της, αναμένει από το Κογκρέσο να ολοκληρώσει τη διαμόρφωση του ρυθμιστικού πλαισίου για τα κρυπτονομίσματα.

Για ορισμένες από τις μεγαλύτερες αμερικανικές επιχειρήσεις, η Ουάσιγκτον αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του επιχειρηματικού τους μοντέλου. Και τώρα, οι ενδιάμεσες εκλογές θα μπορούσαν να αλλάξουν τις ισορροπίες ισχύος που καθορίζουν τη σχέση τους με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

Μια νίκη των Δημοκρατικών σε ένα ή και στα δύο σώματα του Κογκρέσου θα τους έδινε μεγαλύτερη δυνατότητα να διεξάγουν έρευνες για επιχειρήσεις, να αμφισβητούν ομοσπονδιακές δαπάνες και να απαιτούν νομοθετικές παραχωρήσεις. Ωστόσο, η επιρροή τους θα είχε όρια. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θα διατηρούσε το δικαίωμα άσκησης βέτο, καθώς και ευρείες εξουσίες σε ζητήματα δασμών, μετανάστευσης και ομοσπονδιακών ρυθμίσεων.

Ιστορικά, οι αμερικανικές μετοχές έχουν καταγράψει θετικές επιδόσεις σε περιόδους κατά τις οποίες η εκτελεστική και η νομοθετική εξουσία ελέγχονται από διαφορετικά κόμματα.

Σύμφωνα με ανάλυση της Morgan Stanley επί Ρεπουμπλικανών προέδρων, όπου επικαλείται το CNBC με δημοσίευμα του, ο S&P 500 έχει ενισχυθεί κατά μέσο όρο 23% το έτος μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, όταν ο έλεγχος του Κογκρέσου ήταν μοιρασμένος μεταξύ των δύο κομμάτων. Αντίθετα, όταν οι Δημοκρατικοί έλεγχαν και τα δύο σώματα, η μέση άνοδος διαμορφωνόταν στο 16%. Οι αναλυτές αποδίδουν συχνά αυτή τη διαφοροποίηση, εν μέρει, στη νομοθετική στασιμότητα που περιορίζει την πιθανότητα εκτεταμένων αλλαγών στην οικονομική πολιτική. Ωστόσο, ορισμένοι προειδοποιούν ότι δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη η επανάληψη αυτού του ιστορικού μοτίβου.

123rf

«Δεν πιστεύουμε ότι αυτό το ιστορικό μοντέλο θα ισχύσει αυτή τη φορά και εξακολουθούμε να βλέπουμε αρκετούς λόγους για να διατηρούμε θετική στάση απέναντι στην αγορά μετοχών», δήλωσε η Αριάνα Σαλβατόρε, επικεφαλής έρευνας για τη δημόσια πολιτική των ΗΠΑ στη Morgan Stanley.

Για τους επενδυτές, οι εκλογές θα μπορούσαν να αναδιαμορφώσουν το τοπίο ως προς τις επιχειρήσεις που θα διατηρήσουν τα πλεονεκτήματά τους στην Ουάσιγκτον, ιδιαίτερα σε κλάδους όπως η αμυντική βιομηχανία, η υγειονομική περίθαλψη, οι τράπεζες και η τεχνητή νοημοσύνη.

«Υπάρχουν ορισμένες αλλαγές πολιτικής που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις αγορές, τουλάχιστον συγκεκριμένα τμήματά τους», σημείωσε ο Τζεφ Μπούχμπιντερ, επικεφαλής στρατηγικής μετοχών της LPL Financial.

Οι κοινοβουλευτικές έρευνες και ο κίνδυνος για τις μεγάλες επιχειρήσεις

Ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων ή της Γερουσίας θα έδινε στους Δημοκρατικούς την προεδρία κρίσιμων κοινοβουλευτικών επιτροπών και τη δυνατότητα έκδοσης υποχρεωτικών κλήσεων για προσκόμιση εγγράφων και κατάθεση μαρτύρων. Με τον τρόπο αυτό, θα μπορούσαν να απαιτούν εσωτερικά εταιρικά έγγραφα, να καλούν στελέχη να καταθέσουν και να υποχρεώνουν διευθύνοντες συμβούλους να εμφανίζονται σε δημόσιες ακροάσεις.

Ορισμένες επιχειρήσεις έχουν ήδη πάρει μια πρώτη γεύση από το τι θα μπορούσε να ακολουθήσει.

Στις 21 Οκτωβρίου, ο Δημοκρατικός γερουσιαστής του Κονέκτικατ Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ, επικεφαλής της δημοκρατικής μειοψηφίας στη Μόνιμη Υποεπιτροπή Ερευνών της Γερουσίας, ζήτησε στοιχεία σχετικά με τη νέα αίθουσα δεξιώσεων του Λευκού Οίκου που προωθεί ο Τραμπ. Το αίτημα αφορούσε δωρητές του έργου, μεταξύ των οποίων οι Cisco, Salesforce, ServiceNow και Kraken.

Σύμφωνα με έγγραφα που εξασφάλισε η Washington Post, η Apple και η Nvidia δεσμεύθηκαν να συνεισφέρουν από 25 εκατ. δολάρια η καθεμία για το συγκεκριμένο έργο.

Ξεχωριστά, ο Δημοκρατικός βουλευτής του Μέριλαντ Τζέιμι Ράσκιν ζήτησε έγγραφα σχετικά με εξαιρέσεις από τους δασμούς, συμπεριλαμβανομένης της επικοινωνίας με τον πρώην διευθύνοντα σύμβουλο της Apple, Τιμ Κουκ. Οι Δημοκρατικοί εξετάζουν εάν ο Τραμπ χρησιμοποίησε την εμπορική πολιτική για να ευνοήσει πολιτικούς συμμάχους και δωρητές του.

Παρότι οι δωρεές δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη παρατυπίας ή προνομιακής μεταχείρισης, οι κοινοβουλευτικές έρευνες δημιουργούν κινδύνους για τις επιχειρήσεις.

Οι υποχρεωτικές κλήσεις αποσπούν χρόνο και πόρους από τη διοίκησή τους, ενδέχεται να αποκαλύψουν εσωτερικές επικοινωνίες και μπορούν να προκαλέσουν απρόβλεπτη αρνητική δημοσιότητα. Ελάχιστοι διευθύνοντες σύμβουλοι θα ήθελαν να βρεθούν στο εδώλιο του μάρτυρα, απέναντι σε βουλευτές και τηλεοπτικές κάμερες.

«Αυτό δημιουργεί μεταβλητότητα, επειδή μπορεί να προκύψει ένας αρνητικός τίτλος στις ειδήσεις», εξήγησε η Μόνικα Γκέρα, επικεφαλής στρατηγικής πολιτικής και γεωπολιτικών εξελίξεων της Morgan Stanley, η οποία εκτιμά ότι οι Δημοκρατικοί θα πραγματοποιήσουν έρευνες σε ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων.

Το κόμμα έχει ήδη δείξει ενδιαφέρον για τις επιχειρήσεις της οικογένειας Τραμπ, τους αναδόχους κρατικών συμβάσεων, εταιρείες που συνδέονται με την 1789 Capital του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, καθώς και επιχειρήσεις που σχετίζονται με τον Έλον Μασκ και το λεγόμενο Υπουργείο Κυβερνητικής Αποδοτικότητας (DOGE).

Joan Cros / NurPhoto / NurPhoto via AFP

Medicaid: Οι περικοπές των 911 δισ. δολαρίων και οι επιπτώσεις στην υγεία

Πέρα από τις έρευνες, το Κογκρέσο διαθέτει μια ακόμη σημαντικότερη εξουσία: να καθορίζει πού κατευθύνονται τα ομοσπονδιακά κονδύλια.

Ο νόμος του 2025 για τις φορολογικές μειώσεις και τις κρατικές δαπάνες του Τραμπ, γνωστός ως One Big Beautiful Bill, εκτιμάται ότι θα μειώσει τις ομοσπονδιακές δαπάνες για το Medicaid κατά 911 δισ. δολάρια έως το 2034. Η εκτίμηση προέρχεται από ανάλυση του ανεξάρτητου, μη κερδοσκοπικού οργανισμού KFF, ο οποίος ειδικεύεται σε ζητήματα πολιτικής υγείας, με βάση στοιχεία του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO).

Παράλληλα, οι νέες προϋποθέσεις εργασίας για τους δικαιούχους του Medicaid έχουν προγραμματιστεί να τεθούν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου, ή νωρίτερα σε ορισμένες πολιτείες. Οι αυστηρότεροι πολιτειακοί προϋπολογισμοί ενδέχεται να οδηγήσουν σε μείωση του αριθμού των ασφαλισμένων και σε μεγαλύτερη πίεση στις αποζημιώσεις των παρόχων υγειονομικής περίθαλψης.

Η Molina Healthcare άντλησε το 2025 από το Medicaid έσοδα ύψους 32,2 δισ. δολαρίων, ποσό που αντιστοιχούσε στο 75% των συνολικών εσόδων της από ασφάλιστρα, σύμφωνα με την ετήσια έκθεσή της προς την αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SEC). Στην ίδια έκθεση, η εταιρεία προειδοποίησε ότι η απώλεια κρατικών συμβάσεων ή η αδυναμία ανανέωσής τους με ευνοϊκούς όρους θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά τα έσοδά της.

Ένα σώμα του Κογκρέσου υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών δεν θα μπορούσε να καταργήσει μονομερώς τον νόμο του 2025. Θα μπορούσε, όμως, να αξιοποιήσει τις διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό, ιδιαίτερα εκείνες που αφορούν νομοσχέδια αναγκαία για τη συνέχιση της χρηματοδότησης του κράτους, ώστε να επιδιώξει αλλαγές ή αναβολή ορισμένων περικοπών. «Πιθανότατα θα προσπαθήσουν να αντισταθούν σε αυτές τις περικοπές στο Medicaid», δήλωσε ο Μπούχμπιντερ στο CNBC.

Όπως επισήμανε, η διατήρηση της ασφαλιστικής κάλυψης θα μπορούσε να συμβάλει στη σταθεροποίηση του αριθμού των ασφαλισμένων για τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο Medicaid, αλλά και του αριθμού των ασθενών που εξυπηρετούν τα νοσοκομεία.

Τα νοσοκομεία, πάντως, αντιμετωπίζουν τις δικές τους πιέσεις. Λιγότεροι ασφαλισμένοι ασθενείς σημαίνουν περισσότερη περίθαλψη χωρίς αποζημίωση, ενώ οι πιεσμένοι προϋπολογισμοί των πολιτειών μπορούν να οδηγήσουν σε χαμηλότερα ποσοστά αποζημίωσης, σύμφωνα με το KFF. Το Κογκρέσο δημιούργησε ένα ταμείο 50 δισ. δολαρίων για την υγειονομική περίθαλψη στις αγροτικές περιοχές, με διάρκεια πέντε ετών, προκειμένου να περιορίσει μέρος των επιπτώσεων. Ωστόσο, τόσο το KFF όσο και πάροχοι υγείας εκτιμούν ότι τα κονδύλια αυτά δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν πλήρως τις ευρύτερες περικοπές στο Medicaid.

Τα κέρδη των Δημοκρατικών στις εκλογές θα μπορούσαν, πάντως, να έχουν και αντίθετες επιδράσεις στον κλάδο της υγείας. Οι ίδιοι βουλευτές που επιδιώκουν την προστασία της χρηματοδότησης του Medicaid ενδέχεται να εντείνουν τον έλεγχο στις ασφαλιστικές εταιρείες, στα νοσοκομεία και στις φαρμακοβιομηχανίες, εξετάζοντας τις τιμές, την ασφαλιστική κάλυψη και τα κέρδη τους.

Αμυντική βιομηχανία: Στο τραπέζι συμβάσεις δισεκατομμυρίων και 850 μαχητικά F-35

Για τις αμυντικές βιομηχανίες, το βασικό διακύβευμα είναι ποια οπλικά συστήματα και ποια προγράμματα θα συνεχίσουν να χρηματοδοτούνται από το Κογκρέσο. Ο Λευκός Οίκος έχει ζητήσει 1,5 τρισ. δολάρια για την εθνική άμυνα κατά το δημοσιονομικό έτος 2027, δίνοντας προτεραιότητα στην αναπλήρωση των αποθεμάτων όπλων, στην ενίσχυση της επιχειρησιακής ετοιμότητας και στην κάλυψη άλλων αναγκών, ορισμένες από τις οποίες συνδέονται με τον πόλεμο στο Ιράν.

Παράλληλα, η κυβέρνηση ζητεί από το Κογκρέσο συμπληρωματική χρηματοδότηση 87,6 δισ. δολαρίων για το δημοσιονομικό έτος 2026, κυρίως για στρατιωτικές επιχειρήσεις που σχετίζονται με το Ιράν.

Ένα Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών θα μπορούσε να αμφισβητήσει ορισμένες δαπάνες που συνδέονται με το Ιράν και το Ισραήλ, ενώ ταυτόχρονα θα μπορούσε να πιέσει για μεγαλύτερη βοήθεια προς την Ουκρανία. Ωστόσο, σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές, η διακομματική συναίνεση σε ζητήματα αποτροπής της Κίνας, εκσυγχρονισμού του πυρηνικού οπλοστασίου και αντιπυραυλικής άμυνας θα μπορούσε να προστατεύσει άλλα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα.

Για τις εταιρείες του κλάδου, οι διαφορές αυτές μεταφράζονται ενδεχομένως σε παραγγελίες δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η Lockheed Martin, για παράδειγμα, κατέληξε πρόσφατα σε συμφωνία-πλαίσιο με το Πεντάγωνο για την προμήθεια 850 μαχητικών αεροσκαφών F-35 σε βάθος δεκαετίας. Ωστόσο, η συμφωνία δεν αποτελεί ακόμη οριστικοποιημένη σύμβαση, καθώς το Κογκρέσο πρέπει να εγκρίνει την πολυετή αγορά και να εξασφαλίσει την απαραίτητη χρηματοδότηση.

«Είναι προτιμότερο να επιλέγει κανείς συγκεκριμένες μετοχές και όχι απλώς να ακολουθεί ολόκληρο τον κλάδο», δήλωσε η Γκέρα στο CNBC, αναφέροντας τη ναυπηγική βιομηχανία, τα αυτόνομα συστήματα και την αντιπυραυλική άμυνα ως τομείς που θα μπορούσαν να ευνοηθούν.

Κρυπτονομίσματα: Η εκκρεμότητα του Clarity Act και οι πιέσεις σε Coinbase και Circle

Για τις εταιρείες κρυπτονομισμάτων, οι ενδιάμεσες εκλογές θα μπορούσαν να καθορίσουν εάν η αλλαγή της ρυθμιστικής πολιτικής υπό τον Τραμπ θα αποκτήσει μόνιμη νομοθετική βάση ή θα παραμείνει ευάλωτη σε ενδεχόμενη αλλαγή κυβέρνησης.

Η προσπάθεια του κλάδου να εξασφαλίσει ένα σταθερό πλαίσιο ανακόπηκε τον Σεπτέμβριο, όταν η Γερουσία δεν κατάφερε να προωθήσει το Clarity Act, ένα εκτεταμένο νομοσχέδιο που στηρίζει ο Τραμπ και αποσκοπεί στη ρύθμιση της δομής στην αγορά κρυπτονομισμάτων.

Μετά την αποτυχία προώθησης του νομοσχεδίου, οι μετοχές της Coinbase και της Circle, υποχώρησαν έως και 11%. Η ψήφιση αντίστοιχης νομοθεσίας από το επόμενο Κογκρέσο θα μπορούσε να συνοδευτεί από συμβιβασμούς.

Η ενίσχυση των Δημοκρατικών θα τους έδινε μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη ώστε να απαιτήσουν αυστηρότερες δικλίδες προστασίας των καταναλωτών, περιορισμούς στα stablecoins που προσφέρουν αποδόσεις και εντατικότερο έλεγχο στις επιχειρήσεις κρυπτονομισμάτων του Τραμπ.

«Κατά κάποιον τρόπο, ο κλάδος δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για το ποιος εξελέγη», δήλωσε ο Σαμ Στόβαλ, επικεφαλής επενδυτικής στρατηγικής της CFRA Research. «Αυτό που θέλει είναι να γνωρίζει ποιοι θα είναι οι κανόνες για το επόμενο έτος».

Τράπεζες: Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις και ο ρόλος της Fed

Ανάλογη ανάγκη για σταθερότητα του ρυθμιστικού πλαισίου έχουν και οι αμερικανικές τράπεζες.

Οι ομοσπονδιακές εποπτικές αρχές εκτιμούν ότι η προτεινόμενη αναμόρφωση των κεφαλαιακών κανόνων θα μπορούσε να μειώσει τις απαιτήσεις για τις μεγαλύτερες τράπεζες κατά περίπου 4,8%. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να απελευθερώσει δισεκατομμύρια δολάρια για χορηγήσεις δανείων και επιστροφές κεφαλαίων στους μετόχους.

Παρότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) διαμορφώνει τους σχετικούς κανόνες, ο έλεγχος της Γερουσίας επηρεάζει το ποιοι θα καλύψουν μελλοντικές κενές θέσεις στις εποπτικές αρχές. Επιπλέον, οι κοινοβουλευτικές επιτροπές μπορούν να ασκούν πίεση στις ρυθμιστικές αρχές μέσω ακροάσεων και ερευνών. «Είναι στο επίπεδο των ρυθμιστικών παρεμβάσεων όπου μπορούν να συμβούν πράγματα που έχουν πραγματική σημασία», σημείωσε ο Μπούχμπιντερ.

Τεχνητή νοημοσύνη: Επενδύσεις άνω του 1 τρισ. δολαρίων και αντιδράσεις για τα data centers

Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί ίσως τον πιο περίπλοκο κλάδο σε ό,τι αφορά τις πολιτικές επιπτώσεις των εκλογών. Ο Τραμπ έχει θέσει ως προτεραιότητα για την οικονομία και την εθνική ασφάλεια την ταχεία ανάπτυξη νέων κέντρων δεδομένων.

Η Morgan Stanley αναμένει ότι οι τεχνολογικοί κολοσσοί που διαχειρίζονται υποδομές cloud, μεταξύ των οποίων οι Microsoft, Amazon, Alphabet και Meta, θα δαπανήσουν περισσότερα από 1 τρισ. δολάρια σε κεφαλαιουχικά έργα το 2027.Ωστόσο, η ανάπτυξη των υποδομών αυτών προκαλεί ολοένα μεγαλύτερες αντιδράσεις, κυρίως λόγω των επιπτώσεων στους λογαριασμούς ρεύματος, της  κατανάλωσης νερού και του κόστους των απαραίτητων δικτύων.

Η παναμερικανική έρευνα του CNBC τον Οκτώβριο έδειξε ότι το 63% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων αντιτίθεται στην εγκατάσταση κέντρου δεδομένων σε απόσταση μικρότερη των 10 μιλίων, δηλαδή περίπου 16 χιλιομέτρων, από την κατοικία του. Μόλις το 13% τάσσεται υπέρ μιας τέτοιας εγκατάστασης, ενώ οι αντιδράσεις είναι εντονότερες μεταξύ των Δημοκρατικών απ’ ό,τι μεταξύ των Ρεπουμπλικανών. Η αντιπαράθεση έχει ήδη φτάσει στο Κογκρέσο.

Τον Σεπτέμβριο, η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε με 417 ψήφους υπέρ και μόλις 3 κατά νομοθετική πρόταση που θα υποχρέωνε τις πολιτειακές ρυθμιστικές αρχές να εξετάζουν το ενδεχόμενο να επιβαρύνονται τα μεγάλα data centers με το πρόσθετο κόστος των ηλεκτρικών υποδομών που απαιτούνται για την εξυπηρέτησή τους. Ωστόσο, η πρόταση δεν προχώρησε στη Γερουσία, όπου σχετική διαδικαστική ψηφοφορία κατέληξε σε αποτέλεσμα 57-43.

Οι Δημοκρατικοί υποστήριξαν ότι το μέτρο ήταν υπερβολικά αδύναμο και ζήτησαν υποχρεωτικές δικλίδες προστασίας αντί της αυτορρύθμισης του κλάδου. Κατά συνέπεια, οι ενδιάμεσες εκλογές θα μπορούσαν να καθορίσουν ποιος θα επωμιστεί το κόστος των νέων ενεργειακών υποδομών.

Μια ισχυρότερη παρουσία των Δημοκρατικών θα μπορούσε να μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος των δαπανών αναβάθμισης του ηλεκτρικού δικτύου στις τεχνολογικές εταιρείες που αναπτύσσουν τα έργα. Αυτό θα αύξανε το επενδυτικό κόστος, σε μια περίοδο κατά την οποία η πρόσβαση σε επαρκή ηλεκτρική ισχύ αποτελεί ήδη σημαντικό περιορισμό για την κατασκευή νέων εγκαταστάσεων. Ωστόσο, το Κογκρέσο αποτελεί μόνο έναν από τους παράγοντες που καθορίζουν την πορεία των επενδύσεων.

Οι πολιτειακές ρυθμιστικές αρχές, οι εταιρείες ηλεκτρισμού και οι τοπικές κυβερνήσεις θα εξακολουθήσουν να αποφασίζουν πού μπορούν να συνδεθούν νέα έργα με το δίκτυο και ποιες εγκαταστάσεις θα λάβουν άδεια κατασκευής. «Πιστεύουμε ότι οι εκλογές μπορούν να έχουν σημαντικές συνέπειες, αλλά σε έντονα τοπικό επίπεδο», κατέληξε η Σαλβατόρε.

Exit mobile version