Οι Ηνωμένες Πολιτείες απειλούν —στην ελάχιστη εκδοχή— με οικονομικό πόλεμο προκειμένου να αποκτήσουν τον έλεγχο της Γροιλανδίας. Η πολιτική αβεβαιότητα στην Ιαπωνία έχει ταράξει τις παγκόσμιες αγορές ομολόγων. Και η ανεξαρτησία της Federal Reserve παραμένει υπό πίεση από την κυβέρνηση Τραμπ.
Δεν πρόκειται ακριβώς για το σκηνικό που θα ωθούσε κάποιον να αυξήσει την έκθεσή του σε ριψοκίνδυνα περιουσιακά στοιχεία — ιδίως σε μια συγκυρία όπου οι «ταύροι» υπερτερούν κατά πολύ των «αρκούδων» και οι αμερικανικές μετοχές κινούνται σε υψηλές αποτιμήσεις. Παρότι οι μετοχές βυθίστηκαν την Τρίτη στη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση από τον Οκτώβριο, σήμερα ανακάμπτουν καθώς τα θεμέλια για περαιτέρω άνοδο παραμένουν ισχυρά, σύμφωνα με στρατηγικούς αναλυτές της Wall Street.
Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι τα ριψοκίνδυνα assets έχουν επανειλημμένα αγνοήσει στο παρελθόν γεωπολιτικές εντάσεις — εκτός εάν αυτές οδηγούν σε απότομη άνοδο των τιμών του πετρελαίου. Αν και το αργό ενισχύθηκε την Τρίτη, τόσο το Brent όσο και το WTI παραμένουν αισθητά κάτω από τους μακροπρόθεσμους μέσους όρους.
«Πολλοί επενδυτές ανησυχούν ότι μπορεί να κλονίσει τις αγορές μετοχών. Εμείς είμαστε λιγότερο πεπεισμένοι», έγραψε σε σημείωμά του στις 20 Ιανουαρίου ο Άλασταιρ Πίντερ, επικεφαλής στρατηγικής αναδυόμενων αγορών και μετοχών της HSBC Holdings. Όπως σημείωσε, από τα 36 μεγάλα γεωπολιτικά γεγονότα από το 1940 και μετά, οι αμερικανικές μετοχές κινήθηκαν ανοδικά στο 60% των περιπτώσεων στο τρίμηνο που ακολούθησε. «Η βασική εξαίρεση είναι όταν η γεωπολιτική εκτοξεύει τις τιμές του πετρελαίου».
Υπάρχουν και άλλοι λόγοι που στηρίζουν τη θετική εικόνα. Ο σημαντικότερος είναι τα εταιρικά κέρδη, τα οποία εκτιμάται ότι αυξήθηκαν κατά περίπου 9% στο τέταρτο τρίμηνο και αναμένεται να κινηθούν με διψήφιους ρυθμούς σε κάθε περίοδο του 2026. Το trade της τεχνητής νοημοσύνης εξακολουθεί να αποφέρει σημαντικά οφέλη σε βαριά χαρτιά των δεικτών, ενώ οι επενδυτές δείχνουν αυξανόμενο ενδιαφέρον και για ευρύτερο φάσμα εταιρειών, από την υγεία και τις πρώτες ύλες έως τα καταναλωτικά αγαθά.
Την περασμένη εβδομάδα, περίπου το 70% των μετοχών του S&P 500 Index διαπραγματεύονταν πάνω από τον κινητό μέσο όρο 200 ημερών, ενώ ο Russell 2000 Index και η ισοσταθμισμένη εκδοχή του S&P 500 κατέγραψαν νέα ιστορικά υψηλά.
«Αυτό απλώς δεν είναι το σκηνικό που θα περιμέναμε πριν από μια μεγάλη κορυφή της αγοράς», σημειώνει ο Κρις Βερόνε, επικεφαλής τεχνικής και μακροοικονομικής στρατηγικής στη Strategas Asset Management. «Τίποτα δεν αποκλείει μια περίοδο συσσώρευσης, ειδικά με το κλίμα τόσο μονόπλευρο, αλλά εξακολουθούμε να δίνουμε βάρος στη μακροπρόθεσμη τάση».
Οι λόγοι για ανησυχία πάντως δεν λείπουν. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει κλιμακώσει τις προσπάθειές του να αποκτήσει τη Γροιλανδία, απειλώντας με δασμούς οκτώ ευρωπαϊκές χώρες, παρά τη συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ που υπεγράφη τον Ιούλιο. Την ίδια ώρα, τα ιαπωνικά ομόλογα κατέρρευσαν εν μέσω πολιτικής αβεβαιότητας, συμπαρασύροντας χαμηλότερα το κρατικό χρέος σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο.
Το επενδυτικό κλίμα είναι επίσης υπερβολικά αισιόδοξο. Ο λόγος ταύρων-αρκούδων της American Association of Individual Investors έχει φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο από το 2024, ενώ η τοποθέτηση των διαχειριστών κεφαλαίων σε μετοχές κινείται κοντά στο 96%, σύμφωνα με έρευνα της National Association of Active Investment Managers.
Μέχρι στιγμής, πάντως, τα αποτελέσματα δικαιώνουν τους αισιόδοξους. Στην πρώτη εβδομάδα ανακοινώσεων εταιρικών αποτελεσμάτων, το 73% των εισηγμένων του S&P 500 ξεπέρασε τις εκτιμήσεις των αναλυτών, ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο όρο του 68% σε αυτό το στάδιο, σύμφωνα με στοιχεία της Bank of America.
«Αν η περίοδος αποτελεσμάτων επιβεβαιωθεί, τα υπόλοιπα θα περάσουν σε δεύτερη μοίρα», δήλωσε ο Νταν Γκρίνχαους, επικεφαλής οικονομολόγος και στρατηγικός αναλυτής στη Solus Alternative Asset Management.
Οι προβλέψεις θέλουν επίσης την αμερικανική οικονομία να ενισχύεται φέτος από φορολογικές ελαφρύνσεις και αυξήσεις πραγματικών μισθών, την ώρα που ο πληθωρισμός συνεχίζει να αποκλιμακώνεται — παράγοντες που ευνοούν τις μετοχές.
Υπάρχει, τέλος, και το σενάριο ο Τραμπ να «κάνει πίσω», αναβιώνοντας το λεγόμενο TACO trade. Υπενθυμίζεται ότι στις αρχές Απριλίου είχε αναδιπλωθεί μέσα σε μία εβδομάδα από την ανακοίνωση δασμών, έπειτα από έντονη αναταραχή στις αγορές. Μάλιστα, η Allianz Global Investors εκτίμησε τη Δευτέρα ότι οι Ευρωπαίοι πολιτικοί θα μπορούσαν ακόμη και να εντείνουν τη μεταβλητότητα, προκειμένου να ασκήσουν πίεση στον Αμερικανό πρόεδρο.
Στη Barclays, ο επικεφαλής παγκόσμιων τακτικών στρατηγικών μετοχών, Αλεξάντερ Άλτμαν, δήλωσε ότι διατηρεί θετική στάση έναντι του ρίσκου στο άμεσο διάστημα, έστω και με αυξημένη μεταβλητότητα, τουλάχιστον έως την ολοκλήρωση της περιόδου αποτελεσμάτων.
«Η ομάδα παραμένει εποικοδομητική, αναγνωρίζοντας όμως ότι το καθεστώς μεταβλητότητας ανεβαίνει με αυτή την ένταση παρεμβάσεων από την κυβέρνηση», ανέφερε. «Κάτι τέτοιο μπορεί κατά διαστήματα να θολώνει τη διαδρομή των μετοχών».
Αντίστοιχη ήταν και η στάση του trading desk της JPMorgan Chase, με τον επικεφαλής παγκόσμιας πληροφόρησης αγορών, Άντριου Τάιλερ, να συστήνει στους πελάτες «διατήρηση θέσεων αλλά με αντιστάθμιση κινδύνου».
Όπως σημείωσε, η αισιοδοξία της ομάδας του στηρίζεται σε ένα ανθεκτικό μακροοικονομικό περιβάλλον, στη θετική πορεία των κερδών και σε μια σταδιακή αποκλιμάκωση του εμπορικού πολέμου. «Το πλαίσιο αυτό δοκιμάζεται, αλλά είναι ακόμη νωρίς για να μιλήσουμε για τόσο γρήγορη επιδείνωση που θα μας οδηγήσει σε καθαρά αρνητική στάση», ανέφερε. «Είναι επίσης νωρίς να εγκαταλείψει κανείς τα αμερικανικά assets — καλύτερα να υπάρχει αντιστάθμιση προς τα κάτω, ειδικά αν δούμε μια στροφή Τραμπ μετά το Νταβός».
Διαβάστε ακόμη
Στον πάγο η συμφωνία ΕΕ – Mercosur από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Γιατί αυτό θεωρείται το ρολόι του αιώνα
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
