search icon

Γνώμες

ΔΕΘ και οικονομία

Οι παροχές της ΔΕΘ δεν αρκούν για να αντιμετωπίσουν τις αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, η οποία χρειάζεται ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις και ταχύτερη ανάπτυξη, ώστε να επιτευχθεί πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη

Ο πρωθυπουργός στην ομιλία του στη Θεσσαλονίκη προχθές, μία εβδομάδα πριν τις εξαγγελίες του στη ΔΕΘ, δήλωσε ότι τα λεφτά δεν είναι ατελείωτα και εξήγησε ότι η κυβέρνηση γνωρίζει τι μπορεί να διαθέσει και τι όχι και ότι δεν κόβει κορδέλες για να την ψηφίσουν οι πολίτες, αλλά για να εξασφαλίσει ότι η οικονομική ανάπτυξη θα φτάσει σε όλη τη χώρα και σε όλους τους πολίτες.
Το ότι τα λεφτά δεν είναι ατελείωτα είναι αναμφισβήτητο γεγονός, όπως και το ότι η εκάστοτε κυβέρνηση αποφασίζει πού θα τα διαθέσει.

Τώρα, πριν από τις κρίσιμες εκλογές που, όπως επιμόνως ξεκαθαρίζει ο πρωθυπουργός, θα γίνουν την άνοιξη του 2027, ετοιμάζει εξαγγελίες παροχών για τη ΔΕΘ. Με αυτές τις εξαγγελίες θα μας πει «τι θα δώσει». Οπως πάντα, η τελευταία ΔΕΘ πριν από εκλογικές αναμετρήσεις είναι μια ευκαιρία παροχών για τις κυβερνήσεις. Μια στιγμή που οι πρωθυπουργοί περιγράφουν με υπερβολικό τρόπο τα επιτεύγματά τους και υπόσχονται στους πολίτες καλύτερες μέρες.
Το κοινό, δηλαδή οι επιχειρηματίες και οι εργαζόμενοι, ακούει τις ανακοινώσεις, σπανίως ενθουσιάζεται, συνήθως απογοητεύεται, διότι πάντα περιμένει περισσότερα.

Τελικά οι ανακοινώσεις της ΔΕΘ δεν έχουν και πολύ μεγάλη επίδραση στην ψήφο, ούτε οι παροχές που αναγγέλλονται, αφού δεν είναι δυνατόν να καλύψουν το μέγεθος όλων των οικονομικών προβλημάτων. Οι περισσότεροι σαν χαρτζιλίκι τις εκλαμβάνουν και αυτό επί της ουσίας είναι – τίποτα παραπάνω. Ο πρωθυπουργός, θέλοντας να τονίσει ότι η αντιπολίτευση υπόσχεται παροχές που τελικά δεν μπορεί να υλοποιήσει, προσπαθεί να εξηγήσει ότι ναι μεν δεν θα δώσει αυτά που υπόσχεται η αντιπολίτευση, αλλά θα δώσει όσο περισσότερα μπορεί στο πλαίσιο της δημοσιονομικής σταθερότητας, δηλαδή διατηρώντας πλεονάσματα στον Προϋπολογισμό.

Τελικά η εικόνα και σε αυτή τη ΔΕΘ, όπως και σε όλες τις προηγούμενες, θα είναι αυτή που έχουν τα πτηνά όταν ταΐζουν τα μικρά τους, τα οποία περιμένουν από κάτω με ανοιχτό το στόμα να τους έρθει η τροφή. Δυσάρεστη εικόνα, δυσάρεστη κατάσταση για μια σύγχρονη χώρα.Τι θα είχε ουσιαστικό ενδιαφέρον; Να ανακοινωθούν στη ΔΕΘ μεταρρυθμίσεις σοβαρές που αλλάζουν το σκηνικό της ελληνικής οικονομίας – αλλά αυτές ούτε ανακοινώνονται, ούτε υλοποιούνται σε προεκλογικές χρονιές.

Και όμως, η χώρα χρειάζεται τέτοιες μεταρρυθμίσεις, οι οποίες αν ποτέ εφαρμοστούν, από οποιαδήποτε κυβέρνηση, θα αποτελέσουν τη βάση για ταχεία οικονομική ανάπτυξη διαρκείας. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές σχετίζονται με την ασφυκτική παρέμβαση του Δημοσίου στην οικονομική ζωή, σε κάθε τομέα δραστηριότητας και συναλλαγής. Το οικονομικό περιβάλλον στην Ελλάδα είναι ασφυκτικό για επιχειρήσεις και πολίτες εξαιτίας του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αφενός εμποδίζει κάθε πρωτοβουλία ανάπτυξης και αφετέρου φροντίζει να απομυζά αμέσως το μεγαλύτερο μερίδιο χρήματος που παράγεται, πριν ακόμη το εισπράξει η επιχείρηση ή ο πολίτης. Επίσης, επιβαρύνει με παράλογα γραφειοκρατικά κόστη κάθε νέα δραστηριότητα, πνίγοντας τη διάθεση για δημιουργία.

Αυτή είναι η ελληνική πραγματικότητα επί δεκαετίες και η κυβέρνηση δεν την άλλαξε, ούτε θα την αλλάξει τώρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα την αλλάξει κάποια άλλη κυβέρνηση μελλοντικά, διότι όλα τα κόμματα έχουν δοκιμαστεί κυβερνητικά και κανένα δεν προχώρησε σε τόσο ουσιώδεις μεταρρυθμίσεις.

Μια άλλη πολιτική

Ποια θα ήταν η εναλλακτική; Να είχαμε πετύχει ρυθμούς ανάπτυξης πολύ υψηλότερους που θα είχαν διαχυθεί στην οικονομία και οι πολίτες θα ένιωθαν το όφελος στις τσέπες τους, να είχε αποκατασταθεί το εισόδημα που χάθηκε τα χρόνια της κρίσης, να είχαν πραγματοποιηθεί παραγωγικές επενδύσεις και να είχε αποκατασταθεί η χρηματοδότηση και η ρευστότητα της αγοράς ώστε να μη χρειαζόμαστε τις παροχές του εκάστοτε πρωθυπουργού στις ΔΕΘ. Αυτά δεν έγιναν.

Επί επτά χρόνια η κυβέρνηση φροντίζει να έχει δημοσιονομικά πλεονάσματα και επιδιώκει να προσελκύσει ξένες επενδύσεις. Αυτά τα δύο ήταν οι κεντρικοί στόχοι της οικονομικής της πολιτικής. Πέτυχε τα δημοσιονομικά πλεονάσματα – και μάλιστα εισέπραξε τα εύσημα από την Κομισιόν, τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης των εθνικών οικονομιών, τα ξένα funds. Ομως όλα αυτά τα πλεονάσματα, όπως είναι λογικό, οφείλονται στα υψηλά φορολογικά έσοδα. Φόροι που είναι περισσότεροι από τις δαπάνες του κράτους. Τα έσοδα αυτά η κυβέρνηση τα χρησιμοποιεί για την αποπληρωμή του χρέους όπως οφείλει. Ομως υπάρχει ένα ζήτημα επιλογής στόχων της οικονομικής πολιτικής.

Οταν μια χώρα έχει περάσει μια τόσο δύσκολη δεκαετία με βαθιά κρίση (2009 – 2019), όταν το εισόδημα των εργαζόμενων έχει καταρρεύσει, όταν έχουν κλείσει χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, όταν οι πολίτες έχουν πληρώσει την πτώχευση του ελληνικού κράτους και την αναχρηματοδότηση των τραπεζών, όταν έχουν χάσει τις περιουσίες τους από τα κόκκινα δάνεια, ίσως οι στόχοι της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης να έπρεπε να είχαν αλλάξει.

Από τη στιγμή που το σκηνικό άλλαξε άρδην, το κράτος βγάζει πλεονάσματα και οι τράπεζες πρωτοφανή κέρδη, το ίδιο και οι μεγάλες επιχειρήσεις που λειτουργούν σε ολιγοπωλιακές συνθήκες και συνασπίζονται σε καρτέλ προκαλώντας μια αφόρητη για τους πολίτες ακρίβεια, ίσως θα έπρεπε η προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής να είναι η πραγματική σύγκλιση του επιπέδου ζωής των Ελλήνων με αυτό των Ευρωπαίων. Αυτό θα προϋπέθετε μεταρρυθμίσεις που θα επιτάχυναν την ανάπτυξη και θα ευνοούσαν τις παραγωγικές επενδύσεις Ελλήνων και ξένων και δεν θα έφερναν μόνο αγορές ακινήτων και ξενοδοχείων από ξένους. Μεταρρυθμίσεις που θα ενίσχυαν τις χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις και θα ευνοούσαν τη μεγέθυνση των μεσαίων ώστε να γίνουν μεγαλύτερες και πιο ανταγωνιστικές, μεταρρυθμίσεις που θα περιόριζαν τα μη μισθολογικά κόστη των επιχειρήσεων, τους παράλογους περιορισμούς και τις αδιανόητες γραφειοκρατικές διαδικασίες, μεταρρυθμίσεις που θα έδιναν τη δυνατότητα στο σύνολο του πληθυσμού και των επιχειρήσεων να αναπτυχθούν ώστε να υπάρξει πολύ ταχύτερη ανάπτυξη και διάχυση του χρήματος σε όλους.

Τελικά, λοιπόν, ναι, η κυβέρνηση βελτίωσε εντυπωσιακά τα δημόσια οικονομικά, προσπαθεί να μειώσει το δημόσιο χρέος, αλλά δεν πέτυχε να επιταχύνει τις επενδύσεις και την ανάπτυξη έτσι ώστε να επανέλθει το επίπεδο διαβίωσης των Ελλήνων σε τροχιά σύγκλισης με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Εχουμε τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, δεν υπάρχουν αναχώματα για το τσουνάμι της ακρίβειας που πλήττει την Ευρώπη, δεν υπάρχει η αίσθηση ότι θα υπάρξει αισθητή βελτίωση της ζωής των νοικοκυριών στο κοντινό μέλλον, ενώ οι νέοι δεν βλέπουν αισιόδοξες προοπτικές.

Οι παροχές της ΔΕΘ μπορεί να είναι πράγματι στο μέγιστο επίπεδο των δυνατοτήτων που έχει η κυβέρνηση, αλλά δεν θα εξυγιάνουν την προβληματική ελληνική οικονομία.

Exit mobile version