Για χρόνια η συζήτηση για το brain drain στην Ελλάδα περιοριζόταν σε έναν απλό αριθμό: πόσοι νέοι επιστήμονες έφυγαν στο εξωτερικό και πόσοι επέστρεψαν. Ομως, πίσω από τους αριθμούς κρύβεται ένα πολύ βαθύτερο πρόβλημα: η απώλεια ενός κρίσιμου τμήματος του ανθρώπινου κεφαλαίου μιας χώρας που θέλει να περάσει σε ένα πιο παραγωγικό και τεχνολογικά προηγμένο μοντέλο ανάπτυξης.
Η Ελλάδα μπορεί να έχει αφήσει πίσω της τη δραματική περίοδο της οικονομικής κρίσης, όμως οι συνέπειες εκείνης της δεκαετίας παραμένουν ορατές. Χιλιάδες επιστήμονες, μηχανικοί, ερευνητές και στελέχη επιχειρήσεων -που εκπαιδεύτηκαν εδώ- δημιούργησαν καριέρες στο εξωτερικό, ενισχύοντας οικοσυστήματα καινοτομίας σε χώρες που γνώρισαν καλύτερα πώς να αξιοποιήσουν τη γνώση τους. Σήμερα, στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, της ρομποτικής και της νέας βιομηχανικής επανάστασης, η συζήτηση πρέπει να αλλάξει. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο πόσοι Έλληνες θα επιστρέψουν, αλλά και το εάν η Ελλάδα μπορεί να παραμείνει συνδεδεμένη με εκείνους που βρίσκονται στα σημαντικότερα κέντρα τεχνολογίας και έρευνας του κόσμου.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Κωνσταντίνος Λάσκαρης. Ενας Ελληνας μηχανικός που σπούδασε στη Σχολή Μηχανολόγων Μηχανικών του ΕΜΠ, συνέχισε τις σπουδές του στο MIT και σήμερα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της τεχνολογικής επανάστασης ως αντιπρόεδρος της Tesla και διευθυντής του προγράμματος Optimus για τα ανθρωποειδή ρομπότ. Η πορεία του -την οποία θυμηθήκαμε από την πρόσφατη επίσκεψη Μητσοτάκη στην άλλη άκρη του Ατλαντικού- δείχνει μια πραγματικότητα που συχνά χάνεται στη συζήτηση για το brain drain. Η επιτυχία ενός Έλληνα επιστήμονα στο εξωτερικό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η Ελλάδα έχασε οριστικά αυτόν τον άνθρωπο. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η χώρα έχει δημιουργήσει τους μηχανισμούς ώστε να παραμένει συνδεδεμένος με αυτήν.
Για πολλά χρόνια η αντίληψη ήταν απλή: ένας Έλληνας επιστήμονας που έφευγε στο εξωτερικό αποτελούσε απώλεια και ένας που επέστρεφε αποτελούσε κέρδος. Σήμερα, όμως, η τεχνολογία αλλάζει τα δεδομένα. Ένας ερευνητής στο Stanford μπορεί να συνεργάζεται με μια ομάδα στην Αθήνα. Ένας μηχανικός στη Silicon Valley μπορεί να επενδύσει σε μια ελληνική startup. Ένα στέλεχος μεγάλης τεχνολογικής εταιρείας μπορεί να βοηθήσει μια ελληνική επιχείρηση να ανοίξει δρόμους στις διεθνείς αγορές. Η νέα πρόκληση δεν είναι μόνο η επιστροφή. Είναι η δημιουργία ενός brain network, ενός παγκόσμιου δικτύου Ελλήνων επιστημόνων, επιχειρηματιών και στελεχών που παραμένουν ενεργό μέρος της ελληνικής οικονομίας και έρευνας, ανεξάρτητα από το πού ζουν.
Αντίστοιχα, η Ελλάδα δεν πρέπει να εγκαταλείψει το brain gain. Η επιστροφή ανθρώπων που έφυγαν στα χρόνια της κρίσης παραμένει σημαντικός στόχος. Όμως δεν μπορεί να είναι η μοναδική απάντηση. Το ερώτημα είναι μεγαλύτερο: πώς μια μικρή χώρα μπορεί να αξιοποιήσει το ανθρώπινο κεφάλαιο που έχει ήδη δημιουργήσει και σήμερα βρίσκεται διασκορπισμένο στα σημαντικότερα τεχνολογικά κέντρα του κόσμου.
Μια φίλη μου, ερευνήτρια, που γνωρίζει από πρώτο χέρι τις δυσκολίες του ελληνικού ερευνητικού περιβάλλοντος, μου επαναλαμβάνει συχνά την ίδια απορία: «Γιατί κανείς από τους πολιτικούς, ειδικά τώρα που πλησιάζουν οι εκλογές, δεν μιλάει ουσιαστικά για αυτό το φαινόμενο και για το τι θα κάνει για να το αντιστρέψει όταν αναλάβει την πρωθυπουργία;».
Η ερώτηση αυτή δεν αφορά μόνο την επιστροφή κάποιων χιλιάδων Ελλήνων. Αφορά το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Γιατί το μεγαλύτερο κόστος του brain drain δεν είναι μόνο οι άνθρωποι που έφυγαν. Είναι η απώλεια ερευνητικής δυναμικής, καινοτομίας και τεχνογνωσίας. Είναι ότι πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και επιχειρήσεις στερούνται ανθρώπους που θα μπορούσαν να αποτελέσουν καταλύτες αλλαγής. Στο κομμάτι της έρευνας, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται πίσω από πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Παρά τα βήματα που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, η απόσταση από τα πιο ώριμα οικοσυστήματα καινοτομίας παραμένει σημαντική. Η επένδυση στην επιστήμη δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση για μια οικονομία που θέλει να παράγει προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας και να μη βασίζεται μόνο στην κατανάλωση και στις υπηρεσίες. Κάπως έτσι, η συζήτηση για το brain drain θα έπρεπε να βρίσκεται πολύ ψηλά στην προεκλογική ατζέντα. Οχι μόνο ως θέμα επιστροφής εργαζομένων, αλλά ως στρατηγική επιλογή για το μέλλον της χώρας.
Οι κυβερνήσεις που θα κληθούν να διαχειριστούν την επόμενη ημέρα πρέπει να απαντήσουν σε συγκεκριμένα ερωτήματα: Πώς θα δημιουργηθούν καλύτερες συνθήκες για την έρευνα; Πώς θα συνδεθούν τα πανεπιστήμια με τις επιχειρήσεις; Πώς θα χρηματοδοτηθούν περισσότερες καινοτόμες εταιρείες; Πώς τα ερευνητικά κέντρα θα παίρνουν πιο γρήγορα την κρατική επιχορήγηση από προγράμματα που καθυστερούν να αποδώσουν τις επιχορηγήσεις; Πώς θα γίνει η Ελλάδα ελκυστικός προορισμός για ανθρώπους υψηλής εξειδίκευσης; Και, ταυτόχρονα: πώς θα αξιοποιηθεί το παγκόσμιο ελληνικό δίκτυο που ήδη υπάρχει;
Γιατί η πραγματικότητα είναι ότι πολλοί από αυτούς που έφυγαν δεν περιμένουν απαραίτητα μια πρόσκληση επιστροφής. Περιμένουν ένα πλαίσιο συνεργασίας. Η Ελλάδα δεν μπορεί να χάσει άλλη μία γενιά επιστημόνων. Αλλά, επίσης, δεν μπορεί να αγνοήσει ότι χιλιάδες Ελληνες βρίσκονται ήδη εκεί όπου διαμορφώνεται το μέλλον. Η επιτυχία δεν θα μετρηθεί μόνο από το πόσους θα καταφέρει να φέρει πίσω. Θα μετρηθεί και από το αν θα καταφέρει να κρατήσει ενεργή τη σχέση με όσους παραμένουν έξω. Το brain gain και το brain network δεν είναι αντίθετες έννοιες. Το ένα «κουμπώνει» στο άλλο.
Και ίσως αυτή να είναι άλλη μια μεγάλη πρόκληση για τις επόμενες εκλογές: όχι μόνο πώς θα σταματήσει η φυγή των Ελλήνων, αλλά πώς η Ελλάδα θα γίνει χώρα που παράγει, προσελκύει και αξιοποιεί γνώση. Κι εγώ, θα έχω κάτι να απαντήσω στην ερευνήτρια φίλη μου, η οποία αντί να είναι στον πάγκο και να κάνει πειράματα, μένει στο γραφείο για να διεκπεραιώσει γραφειοκρατικές ανοησίες για το αθάνατο ελληνικό κράτος.