Το κορύφωσε με εξωπραγματικές και προσβλητικές για την Ευρώπη και την ίδια τη Δημοκρατία και τον Δυτικό πολιτισμό, για να το φτάσει στα μέτρα του. Να κερδίσει βάσεις, προνόμια, μπίζνες στον πλούτο μιας χώρας που συνδέεται με την Ε.Ε. (μέσω Δανίας) και σε αυτή τη φάση να αποκλείσει και τους αντιπάλους του, την Κίνα και τη Ρωσία, από οποιαδήποτε διεκδίκηση στην περιοχή.
Ερώτημα, λοιπόν, αν αυτή είναι η τακτική του, παλιά έως… κλασική πανάρχαιη συνταγή των ισχυρών και ηγεμόνων ανά την Ιστορία, κέρδισε τίποτα η Ευρώπη προχθές με τη μερική οπισθοχώρηση του Τραμπ στο θέμα της Γροιλανδίας;
Η απάντηση είναι αναμφίβολα ναι, γιατί ουδείς γνωρίζει έως πού θα το πήγαινε ο Τραμπ αν οι Ευρωπαίοι δεν του έλεγαν μαζικά όχι και δεν απειλούσαν κι αυτοί με εμπορικό πόλεμο τις ΗΠΑ, γεγονός το οποίο επισημάνθηκε με ένταση και από τις ίδιες τις αγορές και τους δικούς του επιχειρηματικούς φίλους και υποστηρικτές. Επίσης, εισέπραξε και μια οργανωμένη αντίδραση -πλην Ορμπαν και ενός υπηρεσιακού πρωθυπουργού της Βουλγαρίας- στο «Συμβούλιο Ειρήνης» από την Ευρώπη, γεγονός που σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα έσωσε κατά κάποιον τρόπο την τιμή και την παρτίδα, για την ώρα, της ηπείρου μας.
Δεύτερο ερώτημα, το οποίο τίθεται λογικά -από άκρη σε άκρη του κόσμου- και φυσικά εμπεριέχει και μεγάλο βαθμό αγωνίας, είναι μέχρι πού τελικά θα το πάει ή θέλει να το πάει ο πλανητάρχης και για πόσο; Γιατί κυβερνάει μόλις έναν χρόνο, έχει βέβαια στο τέλος του έτους ενδιάμεσες εκλογές, άρα θα υποστεί μια εκλογική δοκιμασία, αλλά έχει μπροστά του και μία ακόμα καθαρή τριετία.
Διεθνείς αναλυτές αυτές τις ημέρες γράφουν στα media ότι «ο Τραμπ κανονικοποιεί την απειλή μεταξύ συμμάχων και δεν διαφοροποιεί αντιπάλους από εταίρους, αλλά διαχωρίζει μόνο όσους συμμορφώνονται με όσους αντιστέκονται». Και ναι μεν αυτό το εξόχως αυταρχικό και ναρκισσιστικό «χαρακτηριστικό» συναντάται συχνά στην πολιτική, στην επιχειρηματικότητα και τις μπίζνες, όπως και στην ίδια τη ζωή, αλλά είναι τρομερά επικίνδυνο όταν το έχει ο ισχυρότερος ηγέτης της Γης.
Στην περίπτωση της Ουκρανίας, αυτό το οποίο συμβαίνει τούτη την ώρα είναι ότι οι ΗΠΑ, αφού διαμορφώσουν τους όρους και αφού πάρουν οικονομικά ό,τι θέλουν -ήδη έλαβαν τεράστιο μερίδιο από τις πολύτιμες γαίες και σίγουρα μεγάλο ακόμα κομμάτι από την ανοικοδόμηση-, σχεδιάζουν να αποχωρήσουν από την «εξίσωση της Ουκρανίας» και να αφήσουν την Ευρώπη να χρηματοδοτήσει και να εγγυηθεί την ανοικοδόμηση και την ασφάλεια, αλλά όχι και τον στρατηγικό έλεγχο της χώρας.
Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι η Ευρώπη αντιστάθηκε στο «τεστ της Γροιλανδίας», παραμένει ευάλωτη, αν όχι έρμαιο των ορέξεων του Τραμπ, οι οποίες και αλλάζουν κατά τρόπο δύσκολα κατανοητό με βάση τα ιστορικά δεδομένα στις σχέσεις των βασικών συμμάχων από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά.
Γι’ αυτό λοιπόν και γιατί κανένας δεν μπορεί να διασφαλίσει ότι στο μέλλον οι πρόεδροι των ΗΠΑ δεν θα συμπεριφέρονται κατά τον ίδιο ή χειρότερο τρόπο στους συμμάχους τους, καθίσταται απολύτως αναγκαία η αμυντική θωράκιση της Ευρώπης.
Ή έχεις τα όπλα και σε σέβονται ή δεν έχεις τα όπλα και είσαι δορυφόρος εκείνου που τα διαθέτει. Ετσι απλά και κατανοητά το δίκιο του ισχυρού υπερίσχυσε πάντοτε στην Ιστορία.
Υπ’ αυτή την έννοια η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να υπερασπίζει τη θέση περί αμυντικού εξοπλισμού της Ευρώπης. Εμείς θέλουμε ευρωπαϊκό στρατό και όπλα γιατί σε περίπτωση σύρραξης με την Τουρκία θα είναι μάλλον δύσκολο να παραμείνουν θεατές ή «διαιτητές» οι εταίροι μας. Αντιθέτως, στην πρόσφατη ιστορία μας με τα Ιμια μάθαμε ότι οι Αμερικανοί βοήθησαν στη λήξη του θερμού επεισοδίου, αλλά ως εκεί. Και γι’ αυτό χρειάστηκε να πούμε κι ένα «ευχαριστώ» μέσω του πρωθυπουργού Σημίτη. Αυτή είναι η αλήθεια, όσο κι αν ενοχλεί κάποιους.