Να συμφωνήσουμε ότι από την ώρα που η Ευρωπαϊκή Ενωση διαθέτει από τον δικό της προϋπολογισμό δισ. ευρώ στις χώρες-μέλη (τα οποία δισ. ευρώ φυσικά παρέχονται από τις εθνικές οικονομίες των κρατών-μελών), μπορεί και πρέπει να έχει μηχανισμούς ελέγχου
Για το πού και πώς αυτά δίδονται πρώτα απ’ όλα από την εκτελεστική εξουσία, αν δηλαδή τα μοιράζουν με σωστά κριτήρια και φυσικά αν αυτά τα τεράστια κονδύλια χρησιμοποιούνται για όσα προορίζονται να γίνουν. Αν τα διαχειρίζονται χρηστά, γιατί έως τώρα κυρίως ελέγχονται οι απορροφήσεις κονδυλίων και το παραγόμενο έργο, αλλά όχι τα υπόλοιπα και μάλιστα οι έλεγχοι αφορούν τα χρονοδιαγράμματα και επ’ αυτών ασκείται πολιτική ποινών και προστίμων. Με απλά λόγια, δεν υφίστατο τόσο αυστηρός ελεγκτικός μηχανισμός ποτέ, αλλά και ποτέ στο παρελθόν, πριν από την πανδημία COVID, η Ε.Ε. δεν έδινε τέτοιες οικονομικές ενισχύσεις.
Αρα, λοιπόν, κανείς καλόπιστος πολίτης δεν θα πρέπει να έχει αντίρρηση για τον σχετικά νέο θεσμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (από το 2020), ο οποίος έχει τη δυνατότητα να λειτουργεί ως μια κανονική δικαστική αρχή μέσα στη χώρα-μέλος με όλες τις αρμοδιότητες και εξουσίες της εγχώριας δικαστικής αρχής.
Μέχρι εδώ όλα καλά, αλλά με δεδομένο ότι το πιο «καυτό θέμα» για την εκάστοτε αντιπολίτευση αενάως σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου είναι να κατηγορεί την εκάστοτε κυβέρνηση ότι κλέβει και να το βασίζει μάλιστα και σε έρευνες ανεξάρτητων Ευρωπαίων δικαστών, νομίζω ότι θα πρέπει να θεσπιστούν κάποιοι κανόνες στη λειτουργία και τον τρόπο που αυτοί δρουν. Ετσι ώστε να κάνουν τη δουλειά τους οι εισαγγελείς και να προστατεύουν το ευρωπαϊκό δημόσιο χρήμα, αλλά και να μην -έστω και άθελά τους- επηρεάζουν το πολιτικό σύστημα μιας χώρας-μέλους σε μια λογική «τράβα στο ακροατήριο να αποδείξεις την αθωότητά σου».
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ είναι ένα καλό παράδειγμα για το πώς συμβαίνει αυτό, αφού η σημαία της αντιπολίτευσης είναι οι ηχογραφημένες συνομιλίες των βουλευτών της Ν.Δ. που ζητάνε ρουσφέτια, αλλά πουθενά βέβαια δεν υπάρχει ούτε ένας υπαινιγμός περί «προσπορισμού ιδίου οφέλους» από πολιτικό πρόσωπο.
Ετσι όμως είναι η ζωή στην πολιτική και το σύνηθες που συμβαίνει είναι ό,τι ακριβώς συνέβη με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ολοι μιλάνε για τους βουλευτές που ακούγονται στις συνομιλίες να ζητάνε ρουσφέτια, αλλά κανείς δεν μιλάει για τους αγρότες που παρανόμως κάποιοι εισέπρατταν σοβαρά ποσά και ακόμα, πλην μιας-δυο περιπτώσεων, δεν έχουν καν κατηγορηθεί.
Θέλετε να πάμε και παρακάτω, στην ουσία της υπόθεσης προστασίας του ευρωπαϊκού χρήματος, αλλά για τα σοβαρά κονδύλια εκατοντάδων εκατομμυρίων που «τρέχουν» σήμερα και όχι για τα φραγκοδίφραγκα που ακούσαμε στα ρουσφέτια των βουλευτών του ΟΠΕΚΕΠΕ; Γιατί, ξαναγράφω, είναι «σέξι» να ακούμε σε «κασέτες» μια βουλευτή να παζαρεύει για 40 βόδια με τον διοικητή του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά για την ώρα δεν ακούσαμε κάτι για τα ΚΕΚ, τα σκουπίδια, τα συσσίτια και άλλα πολλά τέτοια σκάνδαλα ή «σκάνδαλα» (;) που βοά ο κόσμος ότι γίνεται πάρτυ με τα ευρωπαϊκά κονδύλια.
Να συμφωνήσουμε ασφαλώς ότι ο νόμος είναι νόμος και όταν ένας εισαγγελέας βλέπει ανάμειξη ενός βουλευτή ή υπουργού το στέλνει στη Βουλή, αλλά, αλήθεια, δεν αντιλαμβάνεται τι εντυπώσεις δημιουργούνται γι’ αυτόν τον βουλευτή και το κόμμα του; Δηλαδή πώς και πότε θα ξεπλυθούν ο Μηταράκης και ο Χατζηβασιλείου ή ο Αθανασίου για το ότι προώθησαν ένα email με αίτημα αγρότη, αλλά και πολλοί άλλοι ακόμα; Δεν γνώριζε ο εισαγγελέας ότι πέραν του τυπικού, που είναι η «παραπομπή» στη Βουλή, ο πολιτικός αυτός θα πρέπει επικοινωνιακά να αποδείξει ότι δεν είναι ελέφαντας;
Αρα λοιπόν και πάντα αντιλαμβανόμενος τις νομικές δεσμεύσεις των δικαστών θα πρέπει να θεσπιστεί ένας μηχανισμός που να καθαρίζει γρήγορα την εικόνα και θα έλεγα όχι μόνο για τους πολιτικούς. Ισως θα πρέπει και οι δικαστές όμως να σκέφτονται δύο φορές όταν για ασήμαντο λόγο τερματίζουν τον επαγγελματικό βίο ενός πολιτικού ή και -γιατί όχι; -μιας κυβέρνησης.