Στην πολιτική, είναι σύνηθες να περισσεύει η υποκρισία και οι πολιτικοί να ποντάρουν στην αμνησία του εκλογικού σώματος. Ξέρουν πως ένα ποσοστό των πολιτών δεν παίρνει τοις μετρητοίς αυτά, που με μεγάλη ελαφρότητα εκστομίζουν, αλλά αυτό δεν τους ενδιαφέρει γιατί είναι μικρό ποσοστό.
Η μεγαλύτερη μάζα στην οποία απευθύνονται είτε δεν έχουν γνώση, είτε απλά δεν τους νοιάζει τι είναι αλήθεια και τι ψέμα. Βλέπουν αυτό που θέλουν να βλέπουν και λειτουργούν οπαδικά ή με τη λογική του κοπαδιού.
Βλέπουμε λοιπόν τις τελευταίες μέρες ένα Τσίπρα από τα παλιά κι αναρωτιόμαστε αν πήγε στράφι το πολυδιαφημισμένο rebranding . Με προσωπικές επιθέσεις και χαρακτηρισμούς βαριούς για τον πολιτικό αντίπαλο του Μητσοτάκη, αποκαλώντας τον αρχιερέα της διαφθοράς και της διαπλοκής. Όπως έκανε στο παρελθόν όταν ήταν ultra αριστερός χωρίς να έχει μάθει από τις απανωτές ήττες, που του επιφύλαξε το εκλογικό σώμα.
Κι ενώ με την επιστροφή του προσπάθησε να μας πείσει πως άλλαξε, πως έγινε πιο μετριοπαθής και πως θέλει να προσεγγίσει νέα κοινά από τη δεξαμενή της κεντροαριστεράς και του σοσιαλισμού, όταν είδε τα αρχικά του ποσοστά να υποχωρούν, επανάφερε στη δημόσια συζήτηση αυτό που ξέρει καλά.
Τον λαϊκισμό, την εχθροπάθεια, την εκδικητικότητα και τη μνησικακία. Έβγαλε το ηθικόμετρο και με περίσσιο θράσος αποφάσισε να μετρήσει τους αντιπάλους του, για να στηρίξει το επιχείρημα πως αυτός και μόνο αυτός, είναι ο ηθικότερος όλων. Αναμενόμενο φυσικά να του θυμίσουν τους ποινικούς κώδικες που άλλαξε κρατώντας ανοικτή τη Βουλή για μια εβδομάδα, ενώ είχε ήδη προκηρύξει τις εκλογές, με τις οποίες αλλαγές κάποιοι ευνοήθηκαν και παρότι αποφεύγονται τα ονόματα, όλοι ξέρουμε και πολύ περισσότερο ο ίδιος.
Όμως προς τιμήν της η Ν.Δ, δεν μπαίνει στη διαδικασία μιας προανακριτικής επιτροπής όπως πρότεινε ο Βελόπουλος που έχει καταθέσει και μήνυση εναντίον του Τσίπρα για το συγκεκριμένο θέμα. Δεν θέλει να ποινικοποιήσει αχρείαστα την πολιτική ζωή της χώρας για ένα θέμα που έχει γίνει πριν εφτά χρόνια και έχει κριθεί επανειλημμένως πολιτικά από τον ελληνικό λαό. Κι αυτή είναι η μεγάλη διαφορά του Μητσοτάκη από τον Τσίπρα. Ακόμα και στις ύβρεις και τους προσωπικούς χαρακτηρισμούς απαντά πολιτικά. Δείχνει ένα πολιτικό πολιτισμό και απαντά με έργα και επιχειρήματα και όχι με εκδικητικές κινήσεις όπως κάνουν με κάθε ευκαιρία οι πολιτικοί της αντίπαλοι μέσα και έξω από τη Βουλή.
Και να σκεφτείτε πως δεν έχουμε μπει επισήμως στην προεκλογική περίοδο κατά την οποία συνηθίζεται και μια κουβέντα παραπάνω. Βλέπουμε μόνο δημοσκοπήσεις, κολλημένες βελόνες, πτωτικές τάσεις που ανεβάζουν την πίεση σε όλο το πολιτικό προσωπικό. Κι αν στο προσεχές μέλλον προκύψουν ευρύτερες ανακατατάξεις έστω και δημοσκοπικά, πολύ φοβούμαι πως η τοξικότητα θα θυμίζει το 2012 και το 2015. Κι είναι το μόνο που δεν χρειαζόμαστε σε αυτή τη φάση που ναι μεν έχουμε αφήσει πίσω τα πέτρινα χρόνια των μνημονίων πλην όμως υπάρχουν τεράστια προβλήματα, σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας που νοιώθει περιθωριοποιημένο παρά την καλή πορεία της οικονομίας.
Τώρα λοιπόν, χρειαζόμαστε δημιουργικές ιδέες και προτάσεις απ’ όλους για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα και όχι ξανά πετροβολήματα σε όποιον δεν συμφωνεί μαζί μας.
Το να ξύνουμε τις πληγές του παρελθόντος όχι μόνο δεν ωφελεί αλλά ναρκοθετεί την προοπτική συναινέσεων και συνεργασιών που έχει ανάγκη ο τόπος. Το να αρχίσουν να βγαίνουν οι σκελετοί από τις ντουλάπες των πρώην πρωθυπουργών, γιατί ουδείς αναμάρτητος, είναι το εύκολο και βούτυρο στο ψωμί της ακροδεξιάς.
Τόσο δύσκολο είναι να καταλάβουν επιτέλους, πως άλλο πολιτικός αντίπαλος κι άλλο εχθρός;
Αν όπως λένε όλοι νοιάζονται και μοχθούν γι’ αυτόν τον τόπο, ας παραμερίσουν το προσωπικά τους μίση και πάθη κι ας συνεισφέρουν ιδέες και προτάσεις που θα πηγαίνουν μπροστά τη χώρα και τους πολίτες και όχι πισωγυρίσματα σε εποχές που οι περισσότεροι θέλουμε να ξεχάσουμε και να μην ξαναζήσουμε. Όποιοι το κάνουν, είμαι βέβαιος πως θα εκτιμηθεί δεόντως από εκείνο το κομμάτι του εκλογικού σώματος που ακόμα σκέφτεται με λογική.