search icon

Γνώμες

Φταίνε οι εξωκοινοβουλευτικοί, αλλά όχι οι «σελέμπριτι»;

Η θέσπιση του ασυμβίβαστου είναι θέμα Συντάγματος, γιατί υπηρετεί αξιόπιστα τον διαχωρισμό της νομοθετικής από την εκτελεστική εξουσία, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θεραπεύει το ρουσφέτι

Η ένταση που εκδηλώθηκε τις τελευταίες ημέρες στο εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης δεν είναι μια απλή διαφωνία ύφους ή προσώπων. Είναι μια σύγκρουση που αγγίζει τον πυρήνα του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται η ίδια η παράταξη τη λειτουργία της εξουσίας. Και, κυρίως, αποκαλύπτει την αμφιθυμία ενός κόμματος που θέλει να παραμείνει σύγχρονο και αποτελεσματικό, αλλά συνεχίζει να σκέφτεται με όρους που ανήκουν σε ένα πολιτικό παρελθόν που υποτίθεται ότι έχει αφήσει πίσω του.

Αφορμή στάθηκε το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και η παρέμβαση του Ακη Σκέρτσου με το ερώτημα «κοινωνία πολιτών ή κοινωνία πελατών;», μια τοποθέτηση που δεν είχε προσωπικές αιχμές. Ηταν μια πολιτική διαπίστωση για ένα διαχρονικό πρόβλημα. Οι πελατειακές σχέσεις, το «μαζί τα φάγαμε» του Πάγκαλου, μεταξύ πολιτών και πολιτικού προσωπικού αποτέλεσαν για δεκαετίες τον πυρήνα της δυσλειτουργίας του ελληνικού κράτους.

Ο Μάκης Βορίδης απάντησε με έντονο ύφος μιλώντας για βουλευτές που βρίσκονται «στο ρινγκ», «λασπωμένοι και μπαρουτοκαπνισμένοι», που δίνουν καθημερινά τη μάχη δίπλα στους πολίτες, «από την ψαραγορά μέχρι τα σχολεία». Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκαν ο Στέλιος Πέτσας και ο Γιάννης Οικονόμου (κατά σύμπτωση και οι τρεις πέρασαν από το Μαξίμου με Μητσοτάκη) επιμένοντας ότι ο ρόλος του βουλευτή είναι θεσμικός, αντιπροσωπευτικός και βαθιά συνδεδεμένος με την κοινωνία, όχι ταυτισμένος με πελατειακές πρακτικές. Προφανώς, θα ήταν λάθος να υποτιμηθεί η σημασία της πολιτικής νομιμοποίησης. Οι βουλευτές δεν είναι διακοσμητικοί, είναι ο πυρήνας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και η διαδικασία του σταυρού πρέπει να διατηρηθεί αλώβητη, όχι μόνο τυπικά, αλλά ουσιαστικά.

Το ερώτημα όμως δεν είναι αν οι βουλευτές δίνουν μάχη. Το ερώτημα είναι τι είδους μάχη δίνουν και σε ποιο πλαίσιο λειτουργούν. Και εδώ η θέση του Σκέρτσου, όσο ενοχλητική κι αν ακούγεται, ακουμπά μια πραγματικότητα που δύσκολα αμφισβητείται. Η καθημερινή πολιτική πρακτική στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως προθέσεων, συχνά διολισθαίνει σε μια λογική διαμεσολάβησης αιτημάτων που θυμίζει περισσότερο πελατειακό σύστημα παρά ώριμη «κοινωνία πολιτών». Και αυτό δεν είναι μομφή προς τα πρόσωπα, είναι περιγραφή ενός μηχανισμού.

Κατανοητά το άγχος και η αγωνία της επανεκλογής με σταυρό για τους βουλευτές, αλλά γιατί ενοχλεί η παρουσία εξωκοινοβουλευτικών στελεχών στην κυβέρνηση και δεν ενοχλεί, για παράδειγμα, το γεγονός ότι στα ψηφοδέλτια (όλων των κομμάτων και της Ν.Δ.) εντάσσονται πάντα πρόσωπα που επιλέγονται κυρίως για την αναγνωρισιμότητά τους; (Πρόσωπα που δεν έχουν δώσει ποτέ τη «μάχη στο ρινγκ», αλλά αξιοποιούνται για την εκλογική τους απήχηση.) Με απλά λόγια, ο τεχνοκράτης που υπηρετεί την κυβέρνηση είναι το πρόβλημα, αλλά ο «σελέμπριτι» που παίρνει τους σταυρούς όχι;

Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι ποιος υπερέχει, οι κοινοβουλευτικοί ή οι εξωκοινοβουλευτικοί υπουργοί, αλλά πώς λειτουργεί το σύστημα. Οι διαφωνίες για το ασυμβίβαστο υπουργού – βουλευτή είναι λάθος και υποβαθμίζουν συνολικά τη συζήτηση. Η θέσπιση του ασυμβίβαστου είναι θέμα Συντάγματος, γιατί υπηρετεί αξιόπιστα τον διαχωρισμό της νομοθετικής από την εκτελεστική εξουσία, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θεραπεύει το ρουσφέτι. Οταν ο βουλευτής είναι ταυτόχρονα και υπουργός, ο έλεγχος αποδυναμώνεται. Οταν οι ρόλοι διαχωρίζονται, ενισχύονται. Ο βουλευτής παύει να λειτουργεί ως διαμεσολαβητής αιτημάτων και αναλαμβάνει τον θεσμικό του ρόλο, να νομοθετεί και να ελέγχει τον υπουργό, όχι να τον… ικετεύει για ρουσφέτια. Ο υπουργός παύει να δέχεται πιέσεις για μικροεξυπηρετήσεις, επικεντρώνεται στο έργο του και κρίνεται από τους βουλευτές. Αυτός ο διαχωρισμός δεν είναι ιδεολογική εμμονή, είναι δημοκρατική αναγκαιότητα.

Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Οι σύγχρονες κυβερνήσεις δεν μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς εξωκοινοβουλευτικά στελέχη. Οι κοινοβουλευτικές ομάδες δεν επαρκούν ούτε αριθμητικά (50-60 υπουργοί σε κάθε κυβέρνηση), ούτε ποιοτικά για τις απαιτήσεις που έχουν οι πολίτες από τις κυβερνήσεις. Ταυτόχρονα, οι εξωκοινοβουλευτικοί δεν είναι «εκτός δημοκρατίας». Μπορούν να πολιτευτούν, να εκτεθούν, να εκλεγούν. Αυτό έχει συμβεί επανειλημμένα και θα συνεχίσει να συμβαίνει. Και οι βουλευτές θα γίνονται υπουργοί και οι μελλοντικοί πρωθυπουργοί θα αναγκαστούν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα.

Αρα, όλη αυτή η ενδοκυβερνητική αντιπαράθεση είναι επί της ουσίας λανθασμένη. Δεν πρόκειται για σύγκρουση μεταξύ δύο αντίπαλων κόσμων. Πρόκειται για δύο συμπληρωματικούς ρόλους που οφείλουν να συνυπάρχουν. Η Νέα Δημοκρατία δεν αδικείται από τους κοινοβουλευτικούς ή τους εξωκοινοβουλευτικούς, αδικείται από την ίδια τη σύγκρουση που επιτρέπει να εξελίσσεται. Αδικεί την ιστορία της, τους ψηφοφόρους της, ιδιαίτερα εκείνους που τη στηρίζουν διαχρονικά όχι για τα πρόσωπα, αλλά για την ιδεολογία της, και τελικά αδικεί τον ίδιο της τον ρόλο ως κόμμα διακυβέρνησης.

Η πολιτική έχει έναν απλό κανόνα: ό,τι δεν εξελίσσεται τελειώνει. (Δείτε τα κόμματα της Κεντροαριστεράς, Τσίπρα, ΠΑΣΟΚ κ.λπ.) Αν η Ν.Δ. δεν αλλάξει, δεν εκσυγχρονιστεί, δεν προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της εποχής, δεν θα αντέξει, με ή χωρίς Μητσοτάκη. Θα καταρρεύσει και θα συμπαρασύρει μαζί της όσους επένδυσαν στην ακινησία. Οι αλλαγές είναι αναγκαίες, ο εκσυγχρονισμός είναι μονόδρομος, ο διαχωρισμός ρόλων είναι προϋπόθεση για καλύτερη δημοκρατία. Το πρόβλημα δεν είναι ποιος θα επικρατήσει εσωκομματικά, αλλά να αναγνωριστεί η αξία και των δύο πλευρών. Να υιοθετηθούν οι αλλαγές που οδηγούν σε πιο λειτουργικό σύστημα και να αποκατασταθεί ο θεσμικός ρόλος του καθενός. Διαφορετικά, όταν έρθει η ώρα της κρίσης, δεν θα υπάρχει τίποτε αξιόπιστο για να επικρατήσει. Και τότε η κατάρρευση δεν θα κάνει διακρίσεις. Θα τους πάρει όλους μαζί της.

Exit mobile version