Η ελληνική οικονομία, αν τη δει κανείς από ψηλά, πηγαίνει καλά. Τα δημόσια οικονομικά είναι σε τάξη, οι αγορές δείχνουν εμπιστοσύνη, οι εκδόσεις ομολόγων υπερκαλύπτονται και το Δημόσιο δανείζεται με όρους που πριν από λίγα χρόνια έμοιαζαν αδιανόητοι. Η πρόσφατη έξοδος στις αγορές, με προσφορές που ξεπέρασαν τα 51 δισ. ευρώ και την κάλυψη του μισού σχεδόν δανειακού προγράμματος του 2026, είναι ένα ακόμη σημάδι ότι, σε μακροοικονομικό επίπεδο, η χώρα θεωρείται αξιόπιστη και σταθερή. Κι όμως, παρά αυτή την εικόνα, η ίδια ερώτηση επιστρέφει ξανά και ξανά. Τη θέτουν φίλοι, γνωστοί, συνάδελφοι, αλλά και άγνωστοι σε συζητήσεις της καθημερινότητας: αν όλα πάνε τόσο καλά, γιατί τα κυβερνητικά μέτρα δεν «περνάνε» στην τσέπη; Γιατί η ακρίβεια υπάρχει παντού και γιατί το οικογενειακό ταμείο δείχνει συνεχώς πιο άδειο;
Η απάντηση δεν είναι απλή και, σίγουρα, δεν χωρά σε ένα σύνθημα. Ο επίσημος πληθωρισμός κινείται γύρω στο 2,5%-3% και, στα χαρτιά, δείχνει ελεγχόμενος. Στην πράξη, όμως, το πρόβλημα δεν είναι το γενικό ποσοστό, αλλά το πού έχει εγκατασταθεί η ακρίβεια. Τρόφιμα, στέγη, ενέργεια και υπηρεσίες. Εκεί όπου τα νοικοκυριά δεν έχουν περιθώρια να «κόψουν» ή να αναβάλουν.
Όταν το κρέας αυξάνεται με διψήφια ποσοστά, ο καφές γίνεται είδος πολυτελείας και τα φρούτα θυμίζουν τιμές εισαγόμενων προϊόντων, ο μέσος δείκτης παύει να έχει νόημα. Ο πληθωρισμός μπορεί να είναι 2,6%, αλλά ο πληθωρισμός στο πιάτο είναι πολύ υψηλότερος. Και αυτός είναι ο πληθωρισμός που μετρά στην καθημερινότητα.
Το ίδιο ισχύει και για τη στέγη. Τα ενοίκια απορροφούν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος, ιδίως για νέους ανθρώπους, μονοπρόσωπα νοικοκυριά και οικογένειες. Όταν το κόστος κατοικίας αυξάνεται με ρυθμούς μεγαλύτερους από τους μισθούς, οποιαδήποτε μικρή ελάφρυνση από μέτρα ακρίβειας εξαφανίζεται πριν καν γίνει αντιληπτή.
Εδώ βρίσκεται και το βασικό πρόβλημα της πολιτικής αντιμετώπισης. Τα μέτρα είναι συχνά αποσπασματικά, προσωρινά και εστιασμένα σε συγκεκριμένες τιμές. Η ακρίβεια, όμως, δεν είναι πια συγκυριακή. Είναι διαρθρωτική. Έχει ριζώσει σε βασικές κατηγορίες δαπανών και δεν αντιμετωπίζεται με κουπόνια, «καλάθια» ή μικρές εκπτώσεις περιορισμένης διάρκειας.
Οι αυξήσεις μισθών, από την άλλη, κινούνται προς τα πάνω, αλλά δεν επαρκούν. Όταν το πραγματικό κόστος ζωής αυξάνεται με 4%, 5% ή και παραπάνω, μια ονομαστική αύξηση που απλώς ακολουθεί τον επίσημο πληθωρισμό δεν αποκαθιστά την αγοραστική δύναμη. Το αποτέλεσμα είναι μια μόνιμη αίσθηση απώλειας: δουλεύεις περισσότερο, αμείβεσαι λίγο καλύτερα, αλλά ζεις πιο σφιχτά.
Σε αυτό το κενό, ανάμεσα στους θετικούς αριθμούς και στην αρνητική εμπειρία, γεννιέται η κοινωνική δυσαρέσκεια. Και εδώ βρίσκεται και ο πολιτικός κίνδυνος. Όσο η κυβέρνηση δεν εξηγεί πειστικά γιατί συμβαίνει αυτή η απόκλιση και, κυρίως, τι μπορεί ρεαλιστικά να γίνει-να κάνει γι’ αυτήν, αφήνει χώρο σε κάθε λογής «Μεσσίες». Πρόσωπα και αφηγήματα που υπόσχονται εύκολες λύσεις σε ένα πρόβλημα που, εκ των πραγμάτων, δεν έχει εύκολη λύση.
Η ακρίβεια δεν εξαφανίζεται με έναν νόμο. Δεν εξαφανίζεται ούτε με γενναιόδωρες εξαγγελίες, αν αυτές δεν συνοδεύονται από βαθύτερες παρεμβάσεις σε αγορά κατοικίας, ανταγωνισμό, παραγωγικότητα και υπηρεσίες. Αν αυτό δεν ειπωθεί καθαρά, η απογοήτευση θα συνεχίσει να τροφοδοτεί τον λαϊκισμό. Αν η κυβέρνηση θέλει πραγματικά να διεκδικήσει και τρίτη θητεία, οφείλει να απαντήσει στο πιο δύσκολο ερώτημα: όχι αν η οικονομία πάει καλά συνολικά, αλλά γιατί κάποιοι πολίτες δεν το νιώθουν. Και να το κάνει χωρίς ωραιοποιήσεις. Γιατί μόνο έτσι κλείνει το χάσμα ανάμεσα στους αριθμούς και στην πραγματική ζωή. Και μόνο έτσι περιορίζεται ο χώρος για «σωτήρες» που υπόσχονται τα πάντα, χωρίς να μπορούν -πρακτικά- να λύσουν τίποτα.