Η παγκόσμια οικονομία φαίνεται να βγαίνει σιγά σιγά από μία από τις πιο επικίνδυνες περιόδους των τελευταίων ετών. Η συμφωνία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, η παράταση της εκεχειρίας και η σταδιακή επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ δημιουργούν την αίσθηση ότι το σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ίσως αρχίζει να υποχωρεί. Οι αγορές παρακολουθούν τις εξελίξεις με ανακούφιση, οι τιμές του πετρελαίου έχουν ήδη αρχίσει να διορθώνουν από τα υψηλά τους και οι κυβερνήσεις ελπίζουν ότι το ενεργειακό κόστος θα επιστρέψει σε πιο διαχειρίσιμα επίπεδα.
Για τα νοικοκυριά, ωστόσο, το βασικό ερώτημα παραμένει το ίδιο: πότε θα φανεί αυτή η αποκλιμάκωση στο καλάθι του σούπερ μάρκετ;
Η απάντηση που δίνουν σήμερα οι περισσότεροι παράγοντες της αγοράς κάθε άλλο παρά ενθαρρυντική είναι. Παρά τη βελτίωση του γεωπολιτικού κλίματος, η πλειονότητα των επιχειρήσεων εκτιμά ότι οι καταναλωτές δεν θα πρέπει να περιμένουν ουσιαστικές μειώσεις στις τιμές των βασικών αγαθών, τουλάχιστον μέχρι το τέλος του καλοκαιριού 2026. Οι επιχειρήσεις τροφίμων αναγνωρίζουν ότι το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και η υποχώρηση της έντασης στην περιοχή αποτελούν σαφώς θετική εξέλιξη. Το πρώτο όφελος αναμένεται να προέλθει από τα καύσιμα, καθώς το ενεργειακό κόστος επηρεάζει σχεδόν κάθε στάδιο της εφοδιαστικής αλυσίδας, από τη μεταφορά των πρώτων υλών μέχρι τη διανομή των τελικών προϊόντων. Παράλληλα, η εξομάλυνση των διεθνών μεταφορών θα μπορούσε να μειώσει σταδιακά και το κόστος των υλικών συσκευασίας, το οποίο είχε δεχθεί σημαντικές πιέσεις από τον Μάρτιο και μετά, όταν η κρίση στον Περσικό Κόλπο κορυφώθηκε.
Το βασικό επιχείρημα των εκπροσώπων της βιομηχανίας είναι ότι η ακρίβεια στα τρόφιμα δεν συνδέεται αποκλειστικά με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Ο πόλεμος λειτούργησε ως ένας ακόμη παράγοντας πίεσης σε μια αγορά που ήδη αντιμετώπιζε πολλαπλά προβλήματα. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις εξακολουθούν να καταγράφονται κυρίως στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα. Τα φρέσκα φρούτα, τα λαχανικά, τα κρέατα και ορισμένες κατηγορίες γαλακτοκομικών συνεχίζουν να δέχονται πιέσεις λόγω προβλημάτων στην παραγωγή, της κλιματικής κρίσης και της μειωμένης διαθεσιμότητας πρώτων υλών. Ιδιαίτερα ανησυχητική θεωρείται η κατάσταση στην κτηνοτροφία. Οι απώλειες ζωικού κεφαλαίου σε αρκετές περιοχές της χώρας έχουν περιορίσει την προσφορά και έχουν αυξήσει το κόστος παραγωγής σε γαλακτοκομικά και τυροκομικά προϊόντα, δημιουργώντας νέα ανοδική πίεση στις τιμές. Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν το πετρέλαιο επιστρέψει σε χαμηλότερα επίπεδα, αρκετοί από τους παράγοντες που διαμορφώνουν το τελικό κόστος παραμένουν ενεργοί.
Ένα ακόμη στοιχείο που προβληματίζει όσους περιμένουν γρήγορες μειώσεις τιμών είναι η συμπεριφορά της αγοράς. Παρά τις συνεχείς ανατιμήσεις των τελευταίων ετών, οι πωλήσεις των σούπερ μάρκετ εξακολουθούν να κινούνται ανοδικά. Τα στοιχεία του οργανωμένου λιανεμπορίου δείχνουν ότι οι καταναλωτές εξακολουθούν να δαπανούν περισσότερα χρήματα και να διατηρούν τη ζήτηση σε υψηλά επίπεδα. Αυτό σημαίνει ότι οι αλυσίδες λιανικής δεν βρίσκονται αντιμέτωπες με σημαντική κάμψη της κατανάλωσης που θα τις υποχρέωνε να προχωρήσουν άμεσα σε επιθετικές μειώσεις τιμών για να προσελκύσουν πελάτες. Ορισμένοι αναλυτές μάλιστα επισημαίνουν ότι η λήξη της κρίσης μπορεί να δημιουργήσει προσωρινά το αντίθετο αποτέλεσμα. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, αρκετά νοικοκυριά περιόρισαν προληπτικά τις δαπάνες τους, φοβούμενα ένα δυσμενέστερο σενάριο για την οικονομία. Εάν η αβεβαιότητα υποχωρήσει, δεν αποκλείεται να αυξηθεί η καταναλωτική διάθεση, διατηρώντας τη ζήτηση σε υψηλά επίπεδα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το υπουργείο Ανάπτυξης εξετάζει τη διατήρηση των παρεμβάσεων που εφαρμόστηκαν τους προηγούμενους μήνες για τον περιορισμό των ανατιμήσεων. Η παράταση του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους των σούπερ μάρκετ θεωρείται πλέον πιθανό σενάριο, ενώ από το φθινόπωρο αναμένεται να ανοίξει ένας νέος κύκλος διαβουλεύσεων με τη βιομηχανία τροφίμων και το οργανωμένο λιανεμπόριο για την εξεύρεση τρόπων αποκλιμάκωσης των τιμών. Το μεγάλο στοίχημα -και το μεγάλο ερώτημα- θα είναι αν οι μειώσεις στο ενεργειακό κόστος και στα μεταφορικά θα περάσουν τελικά στον καταναλωτή ή αν θα απορροφηθούν από άλλες πιέσεις που συνεχίζουν να επηρεάζουν την παραγωγή και τη διάθεση των προϊόντων.
Το βέβαιο είναι πως η διεθνής κοινότητα μπορεί να βλέπει το τέλος ενός πολέμου που απείλησε την παγκόσμια οικονομία, όμως για τα ελληνικά νοικοκυριά η καθημερινή μάχη με την ακρίβεια παραμένει ανοιχτή. Και όλα δείχνουν ότι στα ράφια των σούπερ μάρκετ η ειρήνη θα αργήσει περισσότερο να φανεί απ’ ό,τι στα επίσημα διπλωματικά ανακοινωθέντα.