Από τη στιγμή που όλοι οι διεθνείς αναλυτές, δεν μπορούν να δουν, με ποιον τρόπο είναι δυνατόν να μπει σύντομα ένα τέλος στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, τότε είναι σχεδόν αδύνατες και οι προβλέψεις για τις επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία. Μπορεί, μέχρι στιγμής, η νέα ενεργειακή κρίση να μην έχει την ένταση των πρώτων μηνών του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας, εν τούτοις ουδείς μπορεί να αποκλείσει κλιμάκωση των αυξήσεων στα ενεργειακά προϊόντα από μέρα σε μέρα.
Κι όταν η ενεργειακή κρίση περνάει σε όλη την αλυσίδα παραγωγής, διακίνησης και εμπορίας προϊόντων, μοιραία θα έρθει και άνοδος των επιτοκίων από την ΕΚΤ για τη συγκράτηση του πληθωρισμού που αναπότρεπτα θα πλήξει την ασθενική ανάπτυξη της Ευρώπης. Και φυσικά θα επηρεάσει και τη δική μας ανάπτυξη που ναι μεν είναι σε υψηλότερα επίπεδα από το μέσο όρο της ΕΕ, αλλά μην ξεχνάμε και τον φόβο που έχει δημιουργηθεί για επηρεασμό της τουριστικής σεζόν που κάνει επίσημη έναρξη από τον επόμενο μήνα.
Δεν υπάρχει πλέον αμφιβολία πως μπλέξαμε άσχημα και πως όλα πλέον εξαρτώνται από τη διάρκεια των πολεμικών συρράξεων που όχι μόνο δεν δείχνουν σημάδια αποκλιμάκωσης, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Μάλιστα, από πλευράς του καθεστώτος του Ιράν βλέπουμε με ανησυχία να περνά σε τακτικές ασύμμετρου πολέμου με θαλάσσιες νάρκες στον Περσικό κόλπο, με κτυπήματα σε πλοία και ενεργειακές εγκαταστάσεις σχεδόν σε όλες τις χώρες του Κόλπου, δημιουργώντας ένα κλίμα αβεβαιότητας σε όλο τον πλανήτη.
Όμως και στα καθ’ ημάς οι επιπτώσεις γίνονται μέρα με την ημέρα όλο και πιο έντονες, καθώς εκτός από τις τιμές των καυσίμων που έχουν πάρει κυριολεκτικά φωτιά, οι ανατιμήσεις στα ράφια είναι κάτι παραπάνω από αισθητές. Τα πρώτα μέτρα που ανακοινώθηκαν με το πλαφόν στα περιθώρια κέρδους της χονδρικής και λιανικής πώλησης καυσίμων και 61 προϊόντων βασικής ανάγκης, ναι μεν σωστά, πλην όμως δεν μπορούν να ανακόψουν την εισαγόμενη ακρίβεια παρά μόνο φαινόμενα αισχροκέρδειας.
Το θέμα είναι τι γίνεται με την πηγή της ακρίβειας. Δηλαδή το αργό πετρέλαιο που ανεβαίνει ανεξέλεγκτα καθώς περιορίζεται λόγω πολέμου η παραγωγή και η διακίνησή του και οι τιμές που διαμορφώνουν τα διυλιστήρια, τα οποία δεν μπορούν να υπαχθούν σε ελέγχους και πλαφόν λόγω της χρηματιστηριακής τιμής των προϊόντων τους. Το ίδιο και με τη βιομηχανία ειδών διατροφής που διαμορφώνουν τις τιμές τους με βάση τα αυξημένα κόστη παραγωγής.
Στην παρούσα φάση βέβαια δεν παίζει το σενάριο των επιδοτήσεων στην κατανάλωση όπως είχε γίνει το 2022 όταν μοιράστηκαν πάνω από 10 δισ. για τη στήριξη της κοινωνίας, κάτι που είχε εγκρίνει και η ΕΕ αλλά τώρα κάτι τέτοιο μοιάζει σχεδόν αδύνατον γιατί θα οδηγούσε σε ύφεση τις περισσότερες οικονομίες της Ευρώπης γεγονός που τρέμουν όλοι.
Τούτων δοθέντων, καθίσταται σαφές, πως επανεξετάζονται από την κυβέρνηση όλοι οι σχεδιασμοί για παροχές εν όψει μάλιστα και του εκλογικού έτους που ακολουθεί, καθώς τα δημοσιονομικά περιθώρια για υπερπλεονάσματα στενεύουν διαρκώς. Ήδη τον πρώτα μήνα του χρόνου διαπιστώθηκε μια ασθενική αύξηση των εσόδων και του πλεονάσματος και σαφώς κάτω από τις προσδοκίες, γεγονός που όπως όλα δείχνουν θα επιδεινωθεί τον Φεβρουάριο αλλά και στον τρέχοντα μήνα. Αναμενόμενο είναι επίσης να δούμε σύντομα μείωση στις καταναλωτικές δαπάνες που πέραν των επιπτώσεων στις εμπορικές επιχειρήσεις λιανικής, θα επηρεάσουν και τις εισπράξεις από τον ΦΠΑ.
Και επειδή όπως λένε οι οικονομολόγοι, βασικό συστατικό της οικονομίας είναι το θετικό κλίμα, καλό είναι στην παρούσα φάση να το λάβουμε σοβαρά υπόψη, μιας και το κλίμα είναι πολύ κακό και επί του παρόντος, δεν γνωρίζουμε αν και πότε και με ποιον τρόπο, αυτό θα βελτιωθεί.