Η ταχύτητα απονομής της Δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνικό ζήτημα λειτουργίας των δικαστηρίων. Συνιστά βασικό στοιχείο της ουσιαστικής δικαστικής προστασίας. Όταν η έκδοση μιας απόφασης καθυστερεί υπέρμετρα, η ίδια η έννοια της δικαιοσύνης αποδυναμώνεται στην πράξη.
Στην Ελλάδα, το πρόβλημα των καθυστερήσεων παραμένει επίμονο και διαρθρωτικό. Τα διαθέσιμα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι οι χρόνοι εκδίκασης υποθέσεων υπερβαίνουν σημαντικά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ενδεικτικά, η εκδίκαση αστικών και εμπορικών υποθέσεων σε πρώτο βαθμό προσεγγίζει, κατά μέσο όρο, τις 771 ημέρες, έναντι περίπου 247 ημερών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αντίστοιχες αποκλίσεις καταγράφονται και σε δεύτερο βαθμό (εφετείο), καθώς και στις διοικητικές διαδικασίες, όπου σε ορισμένες περιπτώσεις η συνολική διάρκεια υπερβαίνει τα τρία έως τέσσερα έτη.
Η εικόνα αυτή δεν είναι καινούργια. Έχει καταγραφεί επανειλημμένα από ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς, ενώ αποτυπώνεται και στις επανειλημμένες καταδίκες της χώρας για υπέρμετρη διάρκεια δικαστικών διαδικασιών. Το κρίσιμο ζήτημα πλέον δεν είναι η διάγνωση, αλλά η αποτελεσματική αντιμετώπιση.
Οι αιτίες είναι σε μεγάλο βαθμό γνωστές. Ο υψηλός αριθμός υποθέσεων, σε συνδυασμό με τη συχνή άσκηση ενδίκων μέσων, επιβαρύνει σημαντικά το σύστημα. Ωστόσο, αξίζει να επισημανθεί μια κρίσιμη αντίφαση: η Ελλάδα διαθέτει περισσότερους δικαστές ανά 100.000 κατοίκους (περίπου 37,2) από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (21,9), χωρίς αυτό να μεταφράζεται σε ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στην επάρκεια δικαστικού δυναμικού, αλλά κυρίως στην οργάνωση και υποστήριξη του συστήματος.
Πράγματι, η περιορισμένη διοικητική υποστήριξη των δικαστηρίων αποτελεί καθοριστικό παράγοντα καθυστερήσεων. Η έλλειψη επαρκούς αριθμού δικαστικών υπαλλήλων μεταφέρει διοικητικά βάρη στους ίδιους τους δικαστές, επιβραδύνοντας αναπόφευκτα τη διαδικασία. Παράλληλα, η καθυστέρηση στην πλήρη αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων εξακολουθεί να λειτουργεί ανασταλτικά, διατηρώντας πρακτικές που δεν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες. Τέλος, η διάχυση μίας «δημοσιοϋπαλληλικής» νοοτροπίας σε ένα σημαντικό ποσοστό των δικαστικών λειτουργών, εκτός της απαξίωσης του δημόσιου λειτουργήματος που υπηρετούν, συμβάλει ουσιαστικά στην καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης και στην μη τήρηση χρονοδιαγραμμάτων και προθεσμιών που τίθενται από το νόμο.
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει και στο φαινόμενο των επαναλαμβανόμενων αναβολών. Αν και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαίες, στην πράξη συχνά καταλήγουν να αποτελούν παράγοντα συστηματικής επιμήκυνσης των διαδικασιών, χωρίς να υπάρχει πάντα ουσιαστική αιτιολόγηση.
Οι επιπτώσεις αυτής της κατάστασης είναι πολλαπλές. Σε θεσμικό επίπεδο, η καθυστέρηση αποδυναμώνει την αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας. Σε οικονομικό επίπεδο, δημιουργεί αβεβαιότητα και λειτουργεί αποτρεπτικά για την ανάπτυξη, ιδίως σε περιπτώσεις εμπορικών διαφορών. Σε κοινωνικό επίπεδο, ενισχύει την επιφύλαξη των πολιτών απέναντι στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης.
Τα τελευταία χρόνια έχουν αναληφθεί πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της κατάστασης, με έμφαση στην ψηφιοποίηση και την επιτάχυνση των διαδικασιών. Οι κατευθύνσεις αυτές είναι ορθές. Ωστόσο, η μέχρι σήμερα εφαρμογή τους αναδεικνύει ότι οι παρεμβάσεις, αν και αναγκαίες, δεν είναι ακόμη επαρκείς για να επιφέρουν ουσιαστική μεταβολή στους χρόνους απονομής.
Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί πιο στοχευμένες και λειτουργικές λύσεις. Η ενίσχυση της διοικητικής υποστήριξης, η ουσιαστική —και όχι αποσπασματική— ψηφιοποίηση των διαδικασιών, καθώς και η αυστηρότερη προσέγγιση στο ζήτημα των αναβολών αποτελούν βασικές προϋποθέσεις.
Η επιτάχυνση της απονομής της Δικαιοσύνης δεν είναι μόνο ζήτημα αποδοτικότητας. Είναι ζήτημα θεσμικής αξιοπιστίας. Και όσο οι καθυστερήσεις παραμένουν σε αυτά τα επίπεδα, η ανάγκη για ουσιαστικές παρεμβάσεις καθίσταται όχι απλώς επίκαιρη, αλλά επιτακτική.
Σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή έννομη τάξη, η έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης δεν μπορεί να αποτελεί διαρκές ζητούμενο — οφείλει να αποτελεί αυτονόητη προϋπόθεση.
*Ο Βασίλειος Οικονομίδης είναι Διευθύνων Εταίρος της VDI Law Firm