search icon

Γνώμες

Οι λογικοί και οι ακραίοι στον δρόμο για τις εκλογές

Η πολιτική σκηνή οδεύει προς τις εκλογές ανάμεσα στη λογική και τον ακραίο αντισυστημισμό. Η κανονικοποίηση της ακρότητας, η πόλωση και ο θυμός απειλούν τη θεσμική κανονικότητα και δημιουργούν βαθιά αβεβαιότητα για τη χώρα

Η πολιτική συζήτηση των τελευταίων ημερών μοιάζει να ξεφεύγει επικίνδυνα από το πεδίο της αντιπαράθεσης επιχειρημάτων και να γλιστρά σε μια ζώνη όπου η λογική συνυπάρχει –ή μάλλον συγκρούεται– με την ακρότητα. Με φόντο το τραγικό δυστύχημα στη Χίο και τη συζήτηση στη Βουλή για τη νόμιμη μετανάστευση, οι τόνοι ανέβηκαν, όχι μόνο λόγω της συγκίνησης ή της πολιτικής έντασης, αλλά επειδή ακούστηκαν πράγματα που μέχρι πρότινος θεωρούνταν αδιανόητα στον κοινοβουλευτικό λόγο.

Η αποστροφή του Κυριάκου Βελόπουλου περί… «μπουμπουνάς» στα σύνορα, δεν ήταν απλώς μια σκληρή διατύπωση. Ήταν μια ωμή προτροπή βίας, που ξεπέρασε τη γραμμή ανάμεσα στην πολιτική θέση και την ακραία ρητορική. Το γεγονός ότι προκάλεσε αντιδράσεις από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ είναι αυτονόητο. Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι τέτοιες κουβέντες βρίσκουν πλέον χώρο στο δημόσιο πεδίο χωρίς να προκαλούν το σοκ που θα έπρεπε. Σαν να έχουμε αρχίσει να συνηθίζουμε την ακρότητα, να συνηθίζουμε το τέρας.

Στο ίδιο σκηνικό, ο Παύλος Πολάκης ένιωσε την ανάγκη να διαβεβαιώσει από τα έδρανα ότι «δεν είναι φλώρος», σε μια στιγμή που περισσότερο θύμιζε καφενειακή αντιπαράθεση παρά κοινοβουλευτική διαδικασία. Η παρέμβασή του, όσο κι αν εντάσσεται στο προσωπικό του πολιτικό ύφος, προσθέτει έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα της πολιτικής υποβάθμισης. Όταν η δημόσια συζήτηση μετατρέπεται σε ανταλλαγή κραυγών και προσωπικών χαρακτηρισμών, η ουσία χάνεται και η λογική υποχωρεί.

Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η διολίσθηση αυτή δεν αφορά αποκλειστικά την αντιπολίτευση. Και από την πλευρά της κυβέρνησης έχουν καταγραφεί στιγμές όπου ο λόγος ξέφυγε από το θεσμικό πλαίσιο. Η επιλογή κυβερνητικών στελεχών να μιλούν για «εργαλειοποίηση των νεκρών», να αποδίδουν συλλήβδην «σκοτεινά κίνητρα» σε όσους ασκούν κριτική ή να αντιμετωπίζουν κοινωνικές αντιδράσεις με όρους ηθικής ανωτερότητας και όχι πολιτικής απάντησης, συνέβαλε και αυτή στη σκλήρυνση του κλίματος. Όταν η εξουσία απαντά στον θυμό με απαξίωση αντί με πειστικό λόγο, τότε δεν αποφορτίζει την ένταση. Τη βαθαίνει.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα –και πολιτικά αποκαλυπτική– είναι η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού. Οι παρεμβάσεις της δεν είναι πια απλώς συναισθηματικές ή ηθικές. Αποκτούν σαφές πολιτικό πρόσημο. Από την κριτική στο τρίτο μνημόνιο, στο άνοιγμα του ζητήματος των αμβλώσεων και τώρα στην κατηγορία περί «Πρεσπών του Αιγαίου», διαμορφώνεται ένα αφήγημα που ακουμπά ευαίσθητα αντανακλαστικά της κοινωνίας: φόβους, καχυποψία, αίσθηση προδοσίας. Εδώ δεν έχουμε κραυγές, αλλά κάτι πιο ύπουλο: πολιτικό λόγο που ντύνεται με τον μανδύα της αγνής αγανάκτησης και καταλήγει να θολώνει επικίνδυνα τα όρια.

Στον αντίποδα, ο Αλέξης Τσίπρας επανέρχεται με μια πιο γνώριμη ρητορική, ζητώντας «καμία συγκάλυψη» για την τραγωδία στη Χίο και επιτιθέμενος στον Θάνο Πλεύρη για πρόωρες αποδόσεις ευθυνών. Η επίκληση της Πύλου και η αναφορά στο Αιγαίο ως «τάφο απελπισμένων» εντάσσονται σε ένα αφήγημα ανθρωπισμού, αλλά και πολιτικής σύγκρουσης. Δεν είναι ακραία. Είναι, όμως, βαθιά πολωτική, ειδικά σε ένα θέμα όπου η κοινωνία είναι ήδη διχασμένη.

Την ίδια στιγμή, ο Νίκος Ανδρουλάκης επιλέγει έναν διαφορετικό δρόμο. Καταγγέλλει τον Κυριάκο Μητσοτάκη για «συνταγματικό λαϊκισμό», μιλά για τη διάκριση των εξουσιών, τη μονιμότητα στο Δημόσιο και την ανάγκη διαλόγου με την Τουρκία «χωρίς αυταπάτες και χωρίς κοροϊδία». Είναι μια -και καλά- προσπάθεια να επανέλθει η πολιτική συζήτηση σε πιο θεσμικό, ορθολογικό πλαίσιο. Το ερώτημα είναι αν αυτός ο λόγος επιτυγχάνει τον σκοπό του ή, απλώς, δημιουργεί θόρυβο, πολιτική βαβούρα. Οπου αφού αναφέρθηκα σε αυτό, ας αφήσω έξω από τα αντίστοιχα παραδείγματα τη Ζωή Κωνσταντοπούλου – δεν έχω καμία όρεξη να τρέχω στα δικαστήρια…

Και εδώ φτάνουμε στο κρίσιμο σημείο. Μπαίνοντας στον δρόμο προς τις εκλογές, η χώρα μοιάζει να βαδίζει σε τεντωμένο σχοινί. Από τη μία, υπάρχει η λογική: ο θεσμικός λόγος, οι δύσκολες αλλά αναγκαίες συζητήσεις, η αναζήτηση λύσεων μέσα στο πλαίσιο της δημοκρατίας. Από την άλλη, ο ακραίος αντισυστημισμός: κραυγές, απλουστεύσεις, θεωρίες προδοσίας, συνωμοσίας, βία στον λόγο και μίσος ως πολιτικό καύσιμο.

Πολλοί από εμάς νιώθουμε ότι «ζούμε ανάμεσά τους». Ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν κινούνται πια βάσει λογικής, αλλά βάσει θυμού, φόβου ή ιδεοληψίας. Και το πιο ανησυχητικό είναι η αίσθηση ότι αυτοί μπορεί να μην είναι μειοψηφία. Ότι η λογική, η ψυχραιμία και η θεσμική σκέψη κινδυνεύουν να βρεθούν στο περιθώριο.
Αν αυτό επιβεβαιωθεί στην κάλπη, τα αποτελέσματα για τη χώρα θα είναι αβέβαια. Όχι μόνο πολιτικά, αλλά και κοινωνικά. Γιατί μια κοινωνία που επιλέγει την ακρότητα αντί της λογικής δεν διαφωνεί απλώς: ρισκάρει τη συνοχή της. Και αυτό είναι το πραγματικά δυσοίωνο μήνυμα στον δρόμο προς τις εκλογές – όποτε κι αν αυτές γίνουν. Και, ειλικρινά, δεν ξέρω εάν θα βγάλουμε κυβέρνηση με την πρώτη, τη δεύτερη ή την τρίτη εκλογική διαδικασία, αλλά αν αυτή η κοινωνία ρίξει την ψήφο της με λογική, αφού αυτή η πράξη είναι ατομική, αλλά η ευθύνη συλλογική.

Exit mobile version