Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει τοποθετήσει τον πήχη κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο, οι εκτιμήσεις της αγοράς συγκλίνουν προς το 1,50 ευρώ. Ο Αλέξης Τσίπρας ζητεί 1,40 ευρώ, ενώ ο Νίκος Ανδρουλάκης προτείνει παρεμβάσεις συνολικού ύψους 500 εκατ. ευρώ, με μείωση ΦΠΑ και Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και επιβολή πλαφόν στα κέρδη των διυλιστηρίων.
Ακόμη και στο 1,50 ευρώ, το πετρέλαιο θέρμανσης παραμένει εξαιρετικά ακριβό. Η σύγκριση με τα 1,75 ευρώ του Απριλίου 2026 μπορεί να δημιουργεί την εντύπωση σημαντικής ελάφρυνσης, αλλά είναι παραπλανητική γιατί απομονώνει την τελευταία τιμή μιας ολόκληρης περιόδου. Οι καταναλωτές πέρυσι είχαν περάσει το μεγαλύτερο μέρος του χειμώνα με τιμές κοντά στο 1 με 1,10 ευρώ. Αυτή είναι η πραγματική βάση σύγκρισης για τον οικογενειακό προϋπολογισμό και συνεπώς η επιβάρυνση για τα νοικοκυριά.
Ο Μητσοτάκης θα παραλάβει τον πολιτικό λογαριασμό από το… κόστος της θέρμανσης στις εκλογές του 2027, γιατί η διακυβέρνηση έχει το δυσάρεστο προνόμιο να κρίνεται από τα έργα και τις αποφάσεις της. Η αντιπολίτευση βρίσκεται σε ευκολότερη θέση. Μπορεί να δίνει χωρίς να πληρώνει. Και το πετρέλαιο θέρμανσης είναι μόνο η αφορμή. Το ίδιο έργο επαναλαμβάνεται με τη 13η σύνταξη, τον 13ο μισθό στο Δημόσιο, τις φορολογικές ελαφρύνσεις, τα επιδόματα και τις έκτακτες ενισχύσεις. Κάθε κόμμα προσθέτει κάτι στον κατάλογο των παροχών. Κάθε αρχηγός επιχειρεί να εμφανιστεί πιο γενναιόδωρος από τον άλλον. Η γνωστή αντίληψη του «λεφτά υπάρχουν», που μας οδήγησε στην οικονομική και κοινωνική κρίση 2010-2019.
Μόνο που υπάρχει μία λεπτομέρεια την οποία η πολιτική συζήτηση συνήθως προσπερνά. Οι παροχές, τα χρήματα που υπόσχονται όλοι είναι τα ίδια χρήματα. Δεν υπάρχει ένας Προϋπολογισμός για την κυβέρνηση και ένας δεύτερος, μεγαλύτερος, για την αντιπολίτευση. Υπάρχουν συγκεκριμένα δημόσια έσοδα, συγκεκριμένες υποχρεώσεις και συγκεκριμένες δυνατότητες. Επομένως, κάθε υπόσχεση έχει δύο πιθανές εκδοχές. Αν επανέλθει η 13η σύνταξη, πρέπει να προσδιοριστεί η μόνιμη χρηματοδότησή της. Αν μειωθούν οι φόροι στα καύσιμα, πρέπει να υπολογιστεί η απώλεια εσόδων και ο τρόπος κάλυψής της. Αν αυξηθούν τα επιδόματα, πρέπει να αποσαφηνιστεί ποιες άλλες ανάγκες θα προηγηθούν ή θα υποχωρήσουν.
Δυστυχώς η πολιτική αντιπαράθεση περιορίζεται στο ποιος θα μοιράσει καλύτερα την υπάρχουσα πίτα και όχι στο ποιος έχει σχέδιο να τη μεγαλώσει. Αυτή η τακτική μπορεί να αλλάξει μόνο αν οι πολίτες ζητήσουν, πριν από τον κατάλογο των παροχών, το αναπτυξιακό σχέδιο των κομμάτων. Πώς θα δημιουργηθούν περισσότερες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας; Πώς θα αυξηθεί η παραγωγικότητα; Πώς θα ενισχυθούν οι επενδύσεις; Πώς θα μεγαλώσει η φορολογική βάση χωρίς να αυξηθούν οι συντελεστές; Πώς θα περιοριστεί η φοροδιαφυγή και πώς θα μετατραπεί η οικονομική μεγέθυνση σε μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα;
Οι προτεραιότητες θα υπάρχουν πάντοτε γιατί καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να ικανοποιήσει όλες τις ανάγκες ή τις απαιτήσεις. Μια οικονομία, όμως, που αναπτύσσεται παραγωγικά και διευρύνει τα έσοδά της δημιουργεί μεγαλύτερα περιθώρια γι’ αυτές τις επιλογές. Κι αυτό είναι πολύ ουσιαστικότερο από τις πλειοδοσίες για το ποιος θα δώσει μεγαλύτερο επίδομα, το οποίο ποτέ δεν θα είναι αρκετό για να λύσει το πρόβλημα.
Την Τετάρτη θα μάθουμε τις κυβερνητικές αποφάσεις για το πετρέλαιο θέρμανσης. Οι πολίτες έχουν κάθε λόγο να ενδιαφέρονται για το ποσό που θα πληρώσουν. Εχουν, όμως, εξίσου σοβαρό λόγο να ενδιαφέρονται για το οικονομικό σχέδιο που βρίσκεται πίσω από κάθε πρόταση. Γιατί το ζητούμενο δεν μπορεί να είναι κάθε χειμώνα ένα ακόμη επίδομα για να πληρωθεί ένας ακόμη λογαριασμός. Είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε όλο και περισσότερα νοικοκυριά να μπορούν να πληρώνουν τους λογαριασμούς τους από το εισόδημά τους. Οι πρωθυπουργοί δεν μοιράζουν χρήματα από την τσέπη τους. Και οι υποψήφιοι πρωθυπουργοί δεν μπορούν να μεγαλώσουν την οικονομία μοιράζοντας υποσχέσεις. Το πραγματικό ζητούμενο είναι να εξηγήσουν πώς θα παραχθεί περισσότερος πλούτος, προτού αρχίσουν να διαφωνούν για το πώς θα τον μοιράσουν.