Η σκιά μιας τραγωδίας πέφτει πάντα βαριά. Οχι μόνο πάνω στην κοινωνία, αλλά πρωτίστως πάνω σε εκείνους που μένουν πίσω, στις οικογένειες που καλούνται να συνεχίσουν τη ζωή τους με μια απουσία που δεν γεμίζει. Το δυστύχημα στη «Βιολάντα» στα Τρίκαλα είναι από εκείνες τις στιγμές που ο δημόσιος λόγος οφείλει να χαμηλώσει τον τόνο, να δείξει σεβασμό και να περιμένει. Να περιμένει τα πορίσματα, τα στοιχεία, τη Δικαιοσύνη.
Η πραγματικότητα είναι απλή και σκληρή. Η Πυροσβεστική κινήθηκε γρήγορα και μέσα σε 48 ώρες παρουσίασε τα πρώτα κρίσιμα ευρήματα. Διαβρωμένοι σωλήνες προπανίου, ενδείξεις τεχνικών αστοχιών, ερωτήματα για τη συντήρηση και τις εγκαταστάσεις. Από εκεί και πέρα, όμως, αρχίζει μια άλλη διαδικασία, πιο αργή αλλά απολύτως αναγκαία: ο έλεγχος της νομιμότητας, των ευθυνών, των παραλείψεων. Αυτό είναι έργο της Δικαιοσύνης, όχι των τηλεοπτικών πάνελ και σίγουρα όχι των κομματικών ανακοινώσεων.
Κι όμως, για μια ακόμη φορά, η τραγωδία έγινε αφορμή για πολιτική εκμετάλλευση. Πριν ακόμη στεγνώσει το μελάνι των πορισμάτων, πριν καν ολοκληρωθεί η έρευνα, στήθηκε ένα γνώριμο σκηνικό: κραυγές, καταγγελίες, βαρύγδουπες δηλώσεις, πρόχειρα συμπεράσματα. Η αντιπολίτευση, σε μεγάλο μέρος της, έσπευσε να «επενδύσει» στο σοκ και στον θυμό, όχι για να αποδοθεί δικαιοσύνη, αλλά για να επιστρέψει στη δημοσιότητα.
Δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Το έχουμε ζήσει ξανά και ξανά. Στα Τέμπη, με θεωρίες και υπονοούμενα που έφτασαν μέχρι το ξυλόλιο. Στο Μάτι, με μια αδιάκοπη εργαλειοποίηση της φωτιάς και των θυμάτων της. Στο Εξπρές Σάμινα, στη Μάνδρα, σε κάθε μεγάλη καταστροφή που σημάδεψε τη Μεταπολίτευση. Κάθε φορά, το ίδιο μοτίβο: οι νεκροί μετατρέπονται σε πολιτικό εργαλείο, ο πόνος των άλλων σε επιχείρημα, το πένθος σε ευκαιρία.
Αυτό δεν είναι απλώς πολιτικός κυνισμός. Είναι ασέβεια. Ασέβεια απέναντι στους ανθρώπους που χάθηκαν, αλλά κυρίως απέναντι σε όσους έμειναν πίσω και καλούνται να βλέπουν τη μνήμη των δικών τους να γίνεται αντικείμενο τηλεοπτικού καβγά. Δεν υπάρχει τίποτα προοδευτικό, τίποτα «αγωνιστικό» σε αυτή την τακτική. Υπάρχει μόνο η ανάγκη για προβολή και πολιτικό όφελος.
Βεβαίως, ούτε η κυβέρνηση είναι άμοιρη ευθυνών στον τρόπο που απαντά. Όταν επιχειρεί να αντιπαραθέσει στατιστικές την ώρα του πένθους –ότι η Ελλάδα βρίσκεται χαμηλά στα εργατικά δυστυχήματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση– το αποτέλεσμα δεν είναι πειστικό. Μπορεί να είναι αληθινό, αλλά ακούγεται και είναι βαθιά κυνικό. Δεν παρηγορεί κανέναν που έχασε έναν άνθρωπο. Δεν απαλύνει καμία πληγή.
Όμως, άλλο πράγμα αυτή η αμήχανη και ατελέσφορη άμυνα και άλλο η συνειδητή τυμβωρυχία. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι κάποιοι πολιτικοί επιλέγουν αυτή τη διαδρομή. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι υπάρχει κοινό που την επιβραβεύει. Υπάρχουν άνθρωποι ανάμεσά μας που ταυτίζονται με αυτή τη λογική, που θεωρούν θεμιτό να «παίζεις» με νεκρούς, αρκεί να επιβεβαιώνεις τον θυμό τους ή να ενισχύεις τις κομματικές προκαταλήψεις τους. Και αυτοί οι άνθρωποι δίνουν ψήφους. Τα «ψηφαλάκια» είναι που κάνουν αυτή την αισχρή πρακτική να επαναλαμβάνεται.
Κάπου εδώ, όμως, πρέπει να μπει ένα όριο, επειδή όλο αυτό δεν ήταν ποτέ ανεκτό. Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να δεχόμαστε άλλη τυμβωρυχία στην Ελλάδα – έτσι, χωρίς εισαγωγικά. Οχι άλλα παιχνίδια με χαμένες ζωές. Οχι άλλη πολιτική πάνω σε ανοιχτές πληγές. Η κοινωνία έχει ανάγκη από αλήθεια, δικαιοσύνη και πρόληψη, όχι από κραυγές και υπονοούμενα.
Αν θέλουμε πραγματικά να τιμήσουμε τους νεκρούς, ο δρόμος είναι ένας: σοβαρή διερεύνηση, απόδοση ευθυνών εκεί που πρέπει, αλλαγές ώστε να μη ζήσουμε τα ίδια ξανά. Ολα τα υπόλοιπα είναι θόρυβος. Και ο θόρυβος αυτός δεν είναι απλώς άχρηστος. Είναι βαθιά προσβλητικός προς τις ψυχές που χάθηκαν και εκείνες που έμειναν εν ζωή με τις απουσίες τους.