Η εισβολή των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και η σύλληψη του Μαδούρο προκάλεσαν σοκ στην «ηθική» Ευρώπη, αλλά δεν προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από τους «θιγμένους» ηγέτες των BRICS, δηλαδή την Κίνα και τη Ρωσία. Πολλοί διεθνείς αναλυτές πιστεύουν ότι αυτή η εισβολή νομιμοποιεί την ενσωμάτωση της Ταϊβάν από την Κίνα και των εδαφών της Ουκρανίας από τη Ρωσία και γι’ αυτό δεν αντέδρασαν έντονα.
Σύμφωνα με πολλά διεθνή μέσα ενημέρωσης, αιτία της αμερικανικής εισβολής στη Βενεζουέλα είναι το πετρέλαιο. Η Βενεζουέλα διαθέτει, σύμφωνα με τις διεθνείς καταγραφές, τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου παγκοσμίως. Κοιτάσματα που φτάνουν τα 304 δισεκατομμύρια βαρέλια έναντι 297 της Σαουδικής Αραβίας, 168 του Καναδά, 158 του Ιράν, 145 του Ιράκ, 107 της Ρωσίας, 101 του Κουβέιτ και 98 των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Τα 304 δισεκατομμύρια βαρέλια της Βενεζουέλας προκύπτουν από «διόρθωση» των επίσημων στοιχειών που έκανε ο προκάτοχος του Μαδούρο, ο Τσάβεζ, το 2010, στις διεθνείς εκτιμήσεις ότι ήταν 80 δισεκατομμύρια βαρέλια (εκτιμήσεις 2005). Σε κάθε περίπτωση, η Βενεζουέλα έχει πάρα πολύ πετρέλαιο, πολύ περισσότερο από τις ΗΠΑ των οποίων τα αποθέματα είναι 68 δισεκατομμύρια βαρέλια.
Ομως ενώ υστερούν στα αποθέματα, οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου παγκοσμίως με 13,2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, με τη Ρωσία δεύτερη με 10,2 εκατομμύρια βαρέλια και το Κουβέιτ τρίτο με 9,2 εκατομμύρια βαρέλια. Η Βενεζουέλα, παρά τα τεράστια αποθέματα, παράγει μόνο 914.000 βαρέλια και βρίσκεται τελευταία στη λίστα με τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες. Μεταξύ των αιτιών αυτής της χαμηλής παραγωγής, είναι οι απαξιωμένες πετρελαιοπηγές και η κακή ποιότητα του πετρελαίου της, το οποίο είναι πολύ «βαρύ» και για να χρησιμοποιηθεί χρειάζεται μεγάλη επεξεργασία. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι οι επενδύσεις που χρειάζονται για να επαναλειτουργήσουν οι πηγές της Βενεζουέλας και για να καθαρίσει το πετρέλαιό της κοστίζουν πάρα πολλά δισεκατομμύρια δολάρια και ότι θα χρειαστεί να περάσουν πάνω από 10 χρόνια ώστε να έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα αυτή η επένδυση. Για να αυξηθεί η παραγωγή της Βενεζουέλας από 900.000 βαρέλια έστω και στο χαμηλό επίπεδο του 1,5 εκατομμυρίου βαρελιών σε πέντε χρόνια, χρειάζονται επενδύσεις 20 δισ. δολαρίων. Και το χειρότερο είναι ότι για να θεωρείται αποδοτική αυτή η επένδυση πρέπει οι τιμές του πετρελαίου να βρίσκονται σταθερά πάνω από 80-100 δολάρια το βαρέλι λόγω του υψηλού κόστους επεξεργασίας. Είναι πάρα πολύ αμφίβολο δηλαδή το αν και με ποιο κόστος οι ΗΠΑ μπορούν να κερδίσουν από το πετρέλαιο της Βενεζουέλας. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, φέτος και για τα επόμενα δύο-τρία χρόνια δεν θα υπάρξει αξιόλογη μεταβολή στην παραγωγή πετρελαίου από αυτή την επίθεση.
Hard Power και Ελλάδα
Ολα αυτά οδηγούν στον προβληματισμό, αν πράγματι η επίθεση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα έγινε για την απόκτηση του πετρελαίου της. Αν όχι, τότε γιατί έγινε; Πέραν της ιδιοσυγκρασίας του Αμερικάνου προέδρου Τραμπ, που θα μπορούσε από μόνη της να εξηγήσει πολλές «παράλογες» στα ευρωπαϊκά μάτια αποφάσεις του, υπάρχει και μια γεωπολιτική προσέγγιση στο ζήτημα. Οτι οι ΗΠΑ θέλουν να ελέγξουν τον «ζωτικό χώρο τους», δηλαδή την αμερικανική ήπειρο, και να εκμηδενίσουν την επιρροή που έχουν η Κίνα και η Ρωσία εκεί. Δεν θέλουν δηλαδή να υπάρχει κίνδυνος επίθεσης στις ΗΠΑ από τη Λατινική Αμερική, από τη Βενεζουέλα, την Κολομβία, την Κούβα, ούτε να ωφελούνται οι εχθροί των ΗΠΑ από τις σχέσεις τους με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Στο πλαίσιο μιας νέας μοιρασιάς του κόσμου, ανάλογης της Συμφωνίας της Γιάλτας, διπλωματικοί αναλυτές εκτιμούν ότι αυτή τη στιγμή ξαναμοιράζεται ο κόσμος μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας και Κίνας και καθεμία από αυτές τις στρατιωτικές υπερδυνάμεις δημιουργεί τον χώρο ελέγχου της – και όχι απλώς επιρροής της. Και πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, η μοιρασιά, πριν συμφωνηθεί διπλωματικά, γίνεται με βίαιο τρόπο.
Ο πρόεδρος του συνδέσμου μεταλλευτικών βιομηχανιών της Ε.Ε., ο βιομήχανος Ευάγγελος Μυτιληναίος, είχε προφητικά επισημάνει από την αρχή της σύγκρουσης Ρωσίας – Ουκρανίας, ότι ο κόσμος μπαίνει σε μια εποχή που το Hard Power υπερισχύει του Soft Power στις διεθνείς σχέσεις. Hard Power (σκληρή ισχύς) και Soft Power (ήπια ισχύς) είναι διπλωματικοί όροι, ο πρώτος περιλαμβάνει πολέμους και στρατιωτικές παρεμβάσεις, ο δεύτερος διπλωματία και πολιτικές παρεμβάσεις. Είναι σαφές πλέον σε όλους ότι μπήκαμε στην εποχή του Hard Power και συνεπώς οι στρατιωτικές υπερδυνάμεις έχουν τον λόγο, ενώ οι δυνάμεις του Soft Power και της διπλωματίας, όπως η Ευρώπη, δεν μπορούν να συμμετάσχουν στο παιχνίδι.
Εμείς εδώ, όπως και ολόκληρη η Ευρώπη, είχαμε συνηθίσει στις διπλωματικές λύσεις, θεωρούσαμε τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας των κρατών, της ειρηνικής συνύπαρξης παρά τις διαφωνίες, απαράβατες συνθήκες στις διεθνείς σχέσεις και ισορροπίες.
Τώρα αυτά δεν ισχύουν και γι’ αυτό η Ευρώπη σοκάρεται. Η Ευρώπη μένει στο περιθώριο, κανείς δεν ρωτάει τους Ευρωπαίους και κανείς δεν τους φοβάται, όσο κι αν διαμαρτύρονται. Αυτό μας εξέπληξε από την πρώτη μέρα του Τραμπ στον Λευκό Οίκο και συνεχίζει να μας εκπλήσσει, παρόλο που μέχρι σήμερα θα έπρεπε να είχαμε αντιληφθεί την αλλαγή των κανόνων του παιχνιδιού.
Σε αυτή την εποχή του Hard Power, η Ελλάδα που βρίσκεται σε μία από τις πιο «καυτές» περιοχές του κόσμου, τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, με έναν ισχυρό και επιθετικό (στη ρητορική του προς το παρόν) γείτονα, πρέπει να είναι προετοιμασμένη για κάθε ενδεχόμενο. Είμαστε μεν στρατιωτικά σχετικά ισχυροί, η γεωγραφία του τόπου είναι ευνοϊκή για την άμυνά μας, διαθέτουμε μια ισχυρή συμμαχία με το Ισραήλ, αλλά το τι θα συμβεί από καραμπόλα όταν η γεωπολιτική τράπουλα ανακατεύεται δεν μπορεί με βεβαιότητα να προβλεφθεί. Οι ΗΠΑ είναι σύμμαχός μας, αλλά είναι σύμμαχος και της Τουρκίας. Η Ρωσία ήταν φιλική χώρα, αλλά δεν είναι πλέον, αφού εμείς ως Ε.Ε. σταθήκαμε απέναντί της στο ζήτημα της Ουκρανίας και μάλιστα παίξαμε πρωταγωνιστικό ρόλο στην υποστήριξή της. Η Ρωσία έχει ενοχληθεί εξαιρετικά από την ελληνική στάση διότι μας θεωρούσε φίλια δύναμη. Τι θα συμβεί αν τα deals του Τραμπ υπερισχύσουν της λογικής των κανόνων του διεθνούς δικαίου; Τι θα μας ζητηθεί να αποδεχτούμε, όταν βλέπουμε για παράδειγμα να απειλείται η Δανία από τις ΗΠΑ για τη Γροιλανδία; Πόσο καλά ξέρουμε να παίξουμε το παιχνίδι σε συνθήκες Hard Power; Φυσικά αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει επιτακτικός λόγος ανησυχίας, ούτε και θα υπάρξει. Διπλωματικές πηγές λένε ότι θα πρέπει να ανησυχήσουμε αν ξαφνικά έρθει μια πρόσκληση στον Μητσοτάκη από τον Τραμπ διότι δεν ξέρουμε τι θα του ζητήσει. Αντίθετα με όλους τους προηγούμενες Ελληνες πρωθυπουργούς, ο Μητσοτάκης είναι ο μόνος που δεν θα πρέπει να ελπίζει σε πρόσκληση του Αμερικανού προέδρου. Ας ελπίσουμε λοιπόν ότι δεν θα έρθει τέτοια πρόσκληση.