search icon

Γνώμες

Οικονομία με δύο πρόσωπα – πρόβλημα το μοίρασμα της ανάπτυξης

Το ερώτημα πλέον για την κυβέρνηση είναι αν μπορεί να μετατρέψει τη δημοσιονομική επιτυχία σε διατηρήσιμη ανάπτυξη, υψηλότερη παραγωγικότητα, καλύτερες θέσεις εργασίας και να μειώσει τις οικονομικές ανισότητες

Η προεκλογική στρατηγική της κυβέρνησης στηρίζεται στις επιτυχίες της σε δημοσιονομικό επίπεδο. Θέλει να πείσει ότι αντίθετα με τους άλλους διεκδικητές της εξουσίας προχωράει με σχέδιο, χωρίς υπερβολικές υποσχέσεις, ότι μπορεί να διατηρήσει τη σταθερότητα της οικονομίας. Η στρατηγική της αυτή αναμφίβολα υποστηρίζεται από τα θετικά σχόλια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον δημοσιονομικό τομέα. Πράγματι η Ελλάδα έχει εντυπωσιακή δημοσιονομική βελτίωση.

Τα υπόλοιπα κόμματα, ανεξαιρέτως, στηρίζουν την αντιπολιτευτική τους κριτική -και τις προεκλογικές υποσχέσεις τους- σε ένα άλλο γεγονός. Οτι η ακρίβεια κατατρώει τα εισοδήματα των μισθωτών, ότι τα καρτέλ λειτουργούν ανεξέλεγκτα, ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις διώκονται και ότι υπάρχουν πολύ μεγάλες οικονομικές ανισότητες, διότι η ανάπτυξη δεν διαχέεται σε όλους, αλλά συγκεντρώνεται σε λίγους. Παράλληλα, όπως αποδεικνύεται από όλες τις δημοσκοπήσεις, υπάρχει η αίσθηση ότι ούτε η δημοσιονομική βελτίωση, ούτε ο υψηλός σχετικά ρυθμός ανάπτυξης περνάνε στους πολίτες. Υπάρχουν μεγάλες ανισορροπίες και ανισότητες στην κατανομή του πλούτου που σχετίζονται με τη δυσκολία διάχυσης της ανάπτυξης στο σύνολο των επιχειρήσεων και της κοινωνίας.
Εχουμε λοιπόν μια αντίφαση εδώ: η κυβέρνηση βλέπει μια πολύ καλή εικόνα της οικονομίας, η αντιπολίτευση μια πολύ κακή εικόνα. Πού κρύβεται η πραγματικότητα;

Τα γεγονότα

Πριν από λίγα 24ωρα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έστειλε ίσως το πιο θετικό μήνυμα προς την Ελλάδα από την αρχή της κρίσης χρέους. Η χώρα έπαψε να θεωρείται οικονομία με μακροοικονομικές ανισορροπίες, κλείνοντας έναν κύκλο που διήρκεσε περισσότερο από μία δεκαετία. Για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια, οι Βρυξέλλες αναγνωρίζουν ότι η Ελλάδα έχει αποκαταστήσει τη δημοσιονομική της αξιοπιστία, έχει μειώσει τους κινδύνους για τη βιωσιμότητα του χρέους και παρουσιάζει ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Την ίδια στιγμή, όμως, δύο άλλες διεθνείς εκθέσεις εξηγούν γιατί η δημοσιονομική εξυγίανση δεν αρκεί από μόνη της για να αυξήσει την ευημερία.

Η πρώτη είναι ο Παγκόσμιος Δείκτης Επιχειρηματικής Πολυπλοκότητας (Global Business Complexity Index – GBCI) της TMF Group. Σύμφωνα με την έκθεση του 2026, η Ελλάδα χαρακτηρίζεται για τρίτη συνεχόμενη χρονιά ως η πιο πολύπλοκη χώρα στον κόσμο για την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η δεύτερη είναι η Παγκόσμια Επετηρίδα Ανταγωνιστικότητας (World Competitiveness Yearbook) του IMD, η οποία κατατάσσει την Ελλάδα στην 50ή θέση μεταξύ 69 χωρών, τρεις θέσεις χαμηλότερα από την προηγούμενη χρονιά.

Με μια πρώτη ανάγνωση, τα συμπεράσματα μοιάζουν αντιφατικά. Πώς είναι δυνατόν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να μιλά για επιτυχία και οι άλλοι δύο πολύ αξιόπιστοι οργανισμοί να παρουσιάζουν μια τόσο προβληματική εικόνα; Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει αντίφαση. Υπάρχουν διαφορετικές οπτικές γωνίες.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει κυρίως τη μακροοικονομική σταθερότητα. Μετρά την πορεία του δημόσιου χρέους, τα δημοσιονομικά ελλείμματα, την εξωτερική ισορροπία της οικονομίας, την ανθεκτικότητα του τραπεζικού συστήματος και την ικανότητα μιας χώρας να αποφεύγει κρίσεις. Σε αυτό το επίπεδο, η πρόοδος της Ελλάδας είναι αναμφισβήτητη.
Η TMF Group και το IMD, όμως, εξετάζουν διαφορετικά ζητήματα. Εστιάζουν στο κατά πόσο μια επιχείρηση μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά, να επενδύσει, να αναπτυχθεί και να ανταγωνιστεί διεθνώς.

Το πρόβλημα

Η TMF υποστηρίζει ότι το ελληνικό επιχειρηματικό περιβάλλον παραμένει εξαιρετικά πολύπλοκο – από τα πιο δύσκολα στον κόσμο. Οι συνεχείς αλλαγές στη νομοθεσία, η πολυνομία, οι γραφειοκρατικές διαδικασίες, οι πολλαπλές υποχρεώσεις συμμόρφωσης και η αδυναμία δημιουργίας ενός σταθερού κανονιστικού πλαισίου καθιστούν δύσκολη τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Ακόμη και αν πολλές διαδικασίες έχουν ψηφιοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από αντιφατικούς και μεταβαλλόμενους κανόνες και υψηλό διοικητικό κόστος.

Εξίσου ενδιαφέροντα είναι τα ευρήματα του IMD. Η Ελλάδα υποχώρησε τρεις θέσεις στην παγκόσμια κατάταξη ανταγωνιστικότητας, ενώ σε αρκετούς επιμέρους δείκτες οι επιδόσεις της παραμένουν απογοητευτικές.

Η υστέρηση της Ελλάδας έχει επιμέρους διαρθρωτικά χαρακτηριστικά: στους τρεις από τους τέσσερις πυλώνες του δείκτη (επιχειρηματική αποτελεσματικότητα, οικονομική αποδοτικότητα και κυβερνητική αποτελεσματικότητα) η χώρα κατατάσσεται στην ίδια θέση, την 53η/69, με τη μεγαλύτερη πτώση να σημειώνεται στην επιχειρηματική αποτελεσματικότητα (-9 θέσεις), κυρίως λόγω του brain drain (64η/69) και της υστέρησης στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες (61η/69). Παράλληλα, η δημοσιονομική εξυγίανση δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε χαμηλότερο κόστος κεφαλαίου (60ή/69) ή σε βελτίωση των υποδομών, όπου η Ελλάδα παραμένει στην 40ή θέση για τρίτη συνεχόμενη χρονιά.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η 64η θέση στον δείκτη που σχετίζεται με το brain drain. Παρά τη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών, η Ελλάδα εξακολουθεί να δυσκολεύεται να προσελκύσει και να διατηρήσει υψηλής ποιότητας ανθρώπινο δυναμικό. Εξίσου προβληματική είναι η εικόνα στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, όπου η Ελλάδα βρίσκεται στην 61η θέση. Παρά την εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών, η πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση εξακολουθεί να είναι περιορισμένη, ενώ το κόστος κεφαλαίου παραμένει υψηλό σε σύγκριση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Αυτό αποτελεί και τη μεγαλύτερη αντίφαση της σημερινής ελληνικής οικονομίας. Η χώρα έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, ωστόσο το όφελος αυτό δεν έχει μεταφερθεί επαρκώς στις επιχειρήσεις και ιδιαίτερα στις μεσαίες και στις μικρότερες και δεν έχει διαχυθεί στην κοινωνία, λόγω του πολύ κακού επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Η Ελλάδα του 2026 δεν είναι η Ελλάδα του 2012. Δεν αντιμετωπίζει τον κίνδυνο χρεοκοπίας, δεν βρίσκεται σε καθεστώς μνημονίων και δεν θεωρείται πλέον αδύναμος κρίκος της Ευρωζώνης.
Η επόμενη πρόκληση για την κυβέρνηση δεν αφορά τη σταθερότητα, αλλά την παραγωγικότητα. Δεν αφορά τη μείωση των ελλειμμάτων, αλλά τη δημιουργία πλούτου. Δεν αφορά τη δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά την αποτελεσματικότητα των θεσμών, την ποιότητα της δημόσιας διοίκησης, τη λειτουργία των αγορών, την καινοτομία, την εκπαίδευση και το ανθρώπινο κεφάλαιο.

Το ερώτημα πλέον για την κυβέρνηση είναι αν μπορεί να μετατρέψει τη δημοσιονομική επιτυχία σε διατηρήσιμη ανάπτυξη, υψηλότερη παραγωγικότητα, καλύτερες θέσεις εργασίας και να μειώσει τις οικονομικές ανισότητες. Και για να το πετύχει αυτό πρέπει ο πρωθυπουργός να θέσει από εδώ και πέρα ως προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής την εξυγίανση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και τη δίκαιη κατανομή της ανάπτυξης σε όλες τις επιχειρήσεις και τους πολίτες.

Αν οι εκλογές γίνουν το φθινόπωρο, η κυβέρνηση δεν προλαβαίνει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Αν, όμως, γίνουν την ερχόμενη άνοιξη έχει την άνεση να κάνει κάποια πολύ σημαντικά βήματα στην επίλυση αυτού του προβλήματος και να κερδίσει τις εντυπώσεις, που ενδεχομένως μεταφραστούν και σε εκλογικό όφελος – εφόσον φυσικά αποφασίσει να ασχοληθεί με τη διάχυση της ανάπτυξης στο σύνολο της οικονομίας.

Exit mobile version