Tους τελευταίους μήνες η εικόνα της ελληνικής Κεντροαριστεράς θυμίζει κάτι ανάμεσα σε πολιτικό εργαστήριο και οικογενειακό συμβούλιο που δεν καταλήγει ποτέ σε απόφαση. Η αγωνία είναι εμφανής. Οι δημοσκοπήσεις επαναλαμβάνουν με πεισματική συνέπεια το ίδιο μήνυμα. Επιδόσεις χαμηλές, άλλοτε λίγο πάνω, άλλοτε λίγο κάτω από το ψυχολογικό όριο του 12%, που υποτίθεται πως σηματοδοτεί πολιτική δυναμική. Και το κυριότερο; Καμία πειστική ένδειξη ότι μπορεί να συγκροτηθεί εναλλακτική πρόταση εξουσίας απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Η κατάσταση αυτή δεν είναι συγκυριακή. Δεν πρόκειται για μια κακή εβδομάδα, μια ατυχή δήλωση ή μια πρόσκαιρη κυβερνητική ανάκαμψη. Το ΠΑΣΟΚ, με τεράστιο πρόβλημα ηγεσίας, επιδιώκει να εμφανιστεί ως σοβαρή θεσμική δύναμη, αλλά συχνά μοιάζει να ισορροπεί ανάμεσα στην ανάγκη διαφοροποίησης και στον φόβο της σαφούς σύγκρουσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ αναζητά ακόμη την πολιτική του ταυτότητα μετά από διαδοχικές εσωτερικές αναταράξεις, ενώ η Νέα Αριστερά προσπαθεί να πείσει ότι αποτελεί κάτι περισσότερο από μια ιδεολογική υποσημείωση. Η Πλεύση Ελευθερίας, από την άλλη, κινείται με έντονο προσωπικό στίγμα, που δύσκολα μεταφράζεται σε ευρύτερη κυβερνητική πρόταση.
Η αριθμητική και στην πολιτική είναι σκληρή. Οι επιμέρους δυνάμεις δεν προστίθενται μεταξύ τους, ενώ πολύ συχνά αλληλοεξουδετερώνονται. Οι διαφορές στρατηγικής, ύφους και ιδεολογικής αφετηρίας παραμένουν βαθιές. Το εκλογικό σώμα, κουρασμένο από πειράματα, δείχνει να το αντιλαμβάνεται προτού καν το ομολογήσουν οι ίδιοι. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο των τελευταίων μετρήσεων δεν είναι μόνο η σταθερή υστέρηση της Κεντροαριστεράς, αλλά η απουσία δυναμικής. Δεν υπάρχει κύμα, δεν υπάρχει ρεύμα. Δεν υπάρχει καν η προσδοκία ότι «κάτι αλλάζει». Υπάρχει μια πολιτική στασιμότητα που θυμίζει αυτοκίνητο με αναμμένη μηχανή αλλά χωρίς καύσιμα.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, στον ορίζοντα εμφανίζονται νέα πρόσωπα και πρωτοβουλίες που υποτίθεται ότι θα αναδιατάξουν τον χώρο, χωρίς όμως να προκαλούν ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Η συζήτηση για την ενδεχόμενη πολιτική παρουσία της Καρυστιανού δημιουργεί περισσότερο επικοινωνιακό θόρυβο παρά πολιτική προοπτική. Αντίστοιχα, η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα στην πολιτική συζήτηση δεν συνοδεύεται από την εκλογική δυναμική που κάποτε θεωρούνταν αυτονόητη. Το κοινό δείχνει να ακούει, αλλά όχι να συγκινείται. Μου έκανε εντύπωση η φράση του Αλέξη Τσίπρα για το «νέο καράβι για την Ιθάκη», με τα πανιά, τα ξάρτια και την πρόσκληση «βγες μπροστά». Ισως να αποτελεί την πιο χαρακτηριστική αποτύπωση της σημερινής κατάστασης. Πρόκειται για μια γλώσσα υψηλού συμβολισμού, ποιητική, σχεδόν επική. Αλλά η πολιτική δεν είναι πια λογοτεχνικός διαγωνισμός και το εκλογικό σώμα δεν αναζητά οδύσσειες. Το πρόβλημα με τη συγκεκριμένη μεταφορά δεν είναι η αισθητική της, αλλά η χρονική της απόσταση από την κοινωνική πραγματικότητα. Οταν οι πολίτες ανησυχούν για το κόστος ζωής, την εργασία, την καθημερινότητα, η πρόσκληση να «στήσουμε πανιά» ακούγεται σαν ταξιδιωτική διαφήμιση σε περίοδο οικονομικής στενότητας. Ποιητικό αλλά όχι πειστικό, ρομαντικό αλλά όχι πρακτικό.
Η εικόνα του καραβιού προϋποθέτει πλήρωμα. Και η Κεντροαριστερά σήμερα δυσκολεύεται ακόμη και να συμφωνήσει για τον καπετάνιο.
Το βασικό πρόβλημα δεν είναι οργανωτικό, είναι βαθύτερα πολιτικό. Η Κεντροαριστερά φαίνεται να μην έχει απάντηση στο πιο απλό ερώτημα. Γιατί να την εμπιστευτεί ξανά η κοινωνία; Ποιο διαφορετικό μοντέλο διακυβέρνησης προτείνει; Ποια προβλήματα λύνει με τρόπο πιο πειστικό από την κυβέρνηση; Συχνά η αντιπολιτευτική στρατηγική εξαντλείται στην καταγγελία. Η καταγγελία, όμως, δεν αποτελεί πρόγραμμα. Η κριτική δεν ισοδυναμεί με πρόταση. Και η διαρκής αναφορά στα λάθη των άλλων δεν καλύπτει το κενό των δικών σου απαντήσεων. Ποιος θα είναι ο πρωθυπουργός και ποιοι οι υπουργοί; Η κυβέρνηση διατηρεί το πλεονέκτημα της πολιτικής σταθερότητας όχι επειδή δεν δέχεται κριτική, αλλά επειδή η αντιπολίτευση δεν εμφανίζεται ως αξιόπιστη εναλλακτική. Η πολιτική κυριαρχία συχνά δεν προκύπτει από υπεροχή, αλλά από την αδυναμία του αντιπάλου. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα.
Υπάρχει επίσης ένα πρόβλημα αξιοπιστίας. Μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων φαίνεται να αντιμετωπίζει τον χώρο με καχυποψία. Οι παλιές αντιφάσεις, οι κυβερνητικές εμπειρίες, οι ιδεολογικές μετατοπίσεις, όλα παραμένουν στη συλλογική μνήμη. Η πολιτική εμπιστοσύνη χτίζεται δύσκολα και χάνεται εύκολα. Και στην περίπτωση της ελληνικής Κεντροαριστεράς, η αποκατάστασή της εξελίσσεται με ρυθμούς… γραφειοκρατικούς. Ακόμη πιο προβληματική είναι η αδυναμία συνεννόησης. Οι συζητήσεις περί συνεργασιών εμφανίζονται περιοδικά, συνοδεύονται από υψηλούς τόνους και καταλήγουν σε αδιέξοδο. Κάθε κόμμα δηλώνει πρόθυμο για ενότητα υπό την προϋπόθεση ότι θα ηγείται το ίδιο.
Το «νέο καράβι για την Ιθάκη» θα μπορούσε να είναι μια ισχυρή πολιτική εικόνα αν συνοδευόταν από χάρτη, σχέδιο πλεύσης, σαφή προορισμό, καπετάνιο και πλήρωμα. Χωρίς αυτά, παραμένει απλώς μια ωραία μεταφορά. Η αγωνία της Κεντροαριστεράς είναι πραγματική. Αλλά η αγωνία από μόνη της δεν γεννά πολιτική δυναμική. Η Ιστορία δείχνει ότι οι πολιτικοί χώροι ανακάμπτουν όταν επαναπροσδιορίζουν τον ρόλο τους με ειλικρίνεια και τόλμη, όχι όταν επαναλαμβάνουν συνθήματα ή αναζητούν σωτήρες.
Μέχρι τότε, η ελληνική Κεντροαριστερά θα συνεχίσει να κοιτάζει τις δημοσκοπήσεις με προσχηματική καχυποψία, αλλά πραγματική ανησυχία, να σχεδιάζει νέα ξεκινήματα και να υπόσχεται μεγάλα ταξίδια. Το ζήτημα, όμως, είναι απλό: για να ταξιδέψεις, πρέπει πρώτα να πείσεις ότι το πλοίο επιπλέει.