search icon

Γνώμες

Μαρία Καρυστιανού και αμβλώσεις: Οταν τα δικαιώματα μπαίνουν σε «δημόσια διαβούλευση»

Οι δηλώσεις της Μαρίας Καρυστιανού για τις αμβλώσεις ως «θέμα δημόσιας διαβούλευσης» αποκαλύπτουν σαφές ιδεολογικό στίγμα, αμφισβητώντας κατοχυρωμένα δικαιώματα και σηματοδοτώντας πολιτική κατεύθυνση αναχρονισμού πριν καν ιδρυθεί το κόμμα της

Η πολιτική έχει τον κακό –και συχνά αποκαλυπτικό– τρόπο να βγάζει τις απόψεις στο φως πριν καν στηθεί το σκηνικό. Πριν τα ονόματα, πριν τα σύμβολα, πριν το καταστατικό. Οι δηλώσεις της Μαρία Καρυστιανού για τις αμβλώσεις, διατυπωμένες ως «θέμα δημόσιας διαβούλευσης», δεν είναι μια ουδέτερη εισαγωγή σε έναν ανοιχτό διάλογο. Είναι πολιτική τοποθέτηση με σαφές ιδεολογικό πρόσημο, σε ένα ζήτημα που στην Ελλάδα έχει λυθεί θεσμικά εδώ και δεκαετίες.

(ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI)

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή: άλλο πράγμα ο σεβασμός στο προσωπικό δράμα μιας μητέρας που ζητά δικαιοσύνη για το παιδί της και άλλο η κριτική σε πολιτικές θέσεις που αμφισβητούν κατοχυρωμένα δικαιώματα. Το πρώτο είναι αυτονόητο και αδιαπραγμάτευτο. Το δεύτερο είναι επίσης αυτονόητο σε μια δημοκρατία που δεν φοβάται να κρίνει.

Η αναφορά στις αμβλώσεις ως αντικείμενο «δημόσιας διαβούλευσης» συνιστά θεσμική οπισθοδρόμηση. Δεν μιλάμε για ένα γκρίζο πεδίο χωρίς νομικό πλαίσιο. Μιλάμε για δικαίωμα κατοχυρωμένο, αποτέλεσμα μακρών κοινωνικών και πολιτικών αγώνων, με σαφή βάση στην αυτοδιάθεση του σώματος και την ισότητα των φύλων. Η επαναφορά του στη σφαίρα της διαβούλευσης υπονοεί ότι μπορεί να τεθεί υπό αίρεση. Κι αυτό, όσο κι αν ντύνεται με τον μανδύα της «δημοκρατικότητας», ανοίγει επικίνδυνες πόρτες.

Η επίκληση της επιστημονικής ιδιότητας –στην προκειμένη περίπτωση της παιδιάτρου– ως λόγου «διχασμού» δεν λύνει το πρόβλημα, το επιτείνει. Η ιατρική γνώση δεν υποκαθιστά τα ανθρώπινα δικαιώματα ούτε τα ιεραρχεί. Το επιχείρημα περί «δικαιωμάτων του εμβρύου» μπορεί να έχει φιλοσοφικό και ηθικό ενδιαφέρον, αλλά στον πυρήνα της σύγχρονης δημοκρατίας το δικαίωμα της γυναίκας να αποφασίζει για το σώμα της δεν τίθεται σε ψηφοφορία. Δεν είναι αντικείμενο πλειοψηφίας.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και το πολιτικό στίγμα. Όταν ένα δημόσιο πρόσωπο, που προετοιμάζει πολιτική παρουσία – κόμμα, επιλέγει να ανοίξει ένα τέτοιο θέμα με αυτόν τον τρόπο, δεν «γεφυρώνει» κοινωνικά ρεύματα. Σηματοδοτεί ακροατήριο. Και αυτό το ακροατήριο βρίσκεται στα δεξιά της συντηρητικής παράδοσης, εκεί όπου τα δικαιώματα επαναδιαπραγματεύονται στο όνομα μιας αφηρημένης «ηθικής τάξης».

Η Ελλάδα δεν είναι αμερικανική πολιτεία για να ζει πολιτισμικούς πολέμους εισαγόμενους από άλλα πολιτικά συστήματα. Το ζήτημα των αμβλώσεων δεν αποτελεί ανοιχτή πληγή στην κοινωνία, ούτε εκκρεμότητα που «ζητά» επανακαθορισμό. Το ότι επιχειρείται να τεθεί ξανά στο τραπέζι δεν αντανακλά κοινωνική ανάγκη, αλλά πολιτική στρατηγική.

Και εδώ αξίζει μια ειλικρινής παρατήρηση: το να επικαλείσαι τη «δημόσια διαβούλευση» ως λύση σε όλα είναι εύκολο, αλλά συχνά υποκριτικό. Η δημοκρατία δεν είναι μια ατελείωτη ψηφοφορία για τα πάντα. Είναι ένα σύστημα που προστατεύει τα δικαιώματα, ακριβώς για να μην εξαρτώνται από τις διαθέσεις της στιγμής ή τις πιέσεις οργανωμένων μειοψηφιών.

Όταν ένα νέο πολιτικό εγχείρημα ξεκινά αμφισβητώντας θεμελιώδη δικαιώματα, δεν δηλώνει απλώς «ανοικτό στον διάλογο». Δηλώνει κατεύθυνση. Και αυτή η κατεύθυνση είναι αναχρονιστική. Δεν απαντά στα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας – την ανισότητα, την ακρίβεια, τη δημογραφική πίεση με όρους στήριξης και όχι ελέγχου, την έλλειψη δημόσιων υποδομών. Αντίθετα, αναζητά πολιτική ταυτότητα σε έναν εύκολο διχασμό.
Η πολιτική ωριμότητα κρίνεται από το τι θεωρείς αυτονόητο. Και στην Ελλάδα του 2026, το δικαίωμα στην άμβλωση δεν είναι «θέμα συζήτησης». Είναι κατάκτηση, πέρα από «ρητορική» που θυμίζει περισσότερο εκκλησιαστικά κηρύγματα ή ακροδεξιές ατζέντες.

Όποιος το αμφισβητεί, οφείλει να γνωρίζει ότι θα κριθεί – και αυστηρά.

Exit mobile version