search icon

Γνώμες

Να αφήσουμε στο ράφι ό,τι είναι ακριβό

Εδώ και μια πενταετία η ακρίβεια δεν είναι ένα παροδικό φαινόμενο

Το διαπιστώσαμε με τον πιο οδυνηρό τρόπο τις τελευταίες εβδομάδες και εν όψει του Πάσχα. Δεν είναι καν μια κρίση εξαιτίας του πολέμου στη Μέση Ανατολή με αρχή, μέση και κάποια στιγμή τέλος. Εξελίσσεται σε μόνιμη κατάσταση. Ενα νέο καθεστώς που εγκαταστάθηκε ύπουλα από τον Μάιο του 2021 και πλέον λειτουργεί σχεδόν αυτόνομα.

Βρίσκει κάθε φορά μια νέα αφορμή για να δικαιολογήσει την επόμενη ανατίμηση. Πανδημία, ενεργειακή κρίση, κρύο, βροχές, ζέστη, πόλεμος στην Ουκρανία και τώρα, Ιράν. Κάθε γεγονός, σοβαρό ή λιγότερο σοβαρό, μετατρέπεται αυτομάτως σε άλλοθι αυξήσεων. Ο νόμος της αγοράς, η ισορροπία προσφοράς και ζήτησης, έχει αντικατασταθεί από το «υπάρχει αναταραχή; Αυξάνεις τιμές».

Ο πόλεμος επηρεάζει τις αγορές, αυξάνει το κόστος ενέργειας – μεταφορών και δημιουργεί αβεβαιότητα. Δεν εξηγεί όμως τα πάντα και σίγουρα δεν δικαιολογεί το εύρος των αυξήσεων που βλέπουμε. Γιατί όταν μια τιμή ανεβαίνει 20% ή 30% και το πραγματικό κόστος έχει αυξηθεί πολύ λιγότερο, τότε δεν μιλάμε για προσαρμογή, μιλάμε για εκμετάλλευση. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά.

Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στα τρόφιμα, κινήθηκε τα τελευταία χρόνια συστηματικά πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Σε βασικά προϊόντα, οι αυξήσεις άγγιξαν ή και ξεπέρασαν το 30% μέσα σε μια τριετία, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία. Η… πραγματικότητα είναι πολύ χειρότερη. Την ίδια στιγμή, σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης οι αυξήσεις ήταν αισθητά χαμηλότερες. Δεν ζούμε σε διαφορετικό πλανήτη, δεν έχουμε διαφορετικούς πολέμους. Αρα κάτι άλλο συμβαίνει, κάτι εσωτερικό και δομικό.

Και αν κάποιος θεωρεί ότι αυτή η εικόνα είναι υπερβολική, αρκεί να κοιτάξει πιο προσεκτικά τα επιμέρους στοιχεία. Στην Ελλάδα, ο λεγόμενος «πληθωρισμός τροφίμων» είναι υψηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και όταν σε άλλες χώρες άρχισε να αποκλιμακώνεται. Προϊόντα πρώτης ανάγκης, γάλα, ψωμί, ελαιόλαδο, βασικά είδη διατροφής, κατέγραψαν αυξήσεις που δεν συνάδουν με την πορεία των διεθνών τιμών ή των πρώτων υλών.

Σε αρκετές περιπτώσεις οι διεθνείς τιμές υποχώρησαν, αλλά τα ελληνικά ράφια δεν… ενημερώθηκαν ποτέ. Οι μειώσεις χάθηκαν κάπου ανάμεσα στην αποθήκη και το ταμείο. Αντίθετα, οι αυξήσεις περνούν με ταχύτητα φωτός. Παράλληλα, το φαινόμενο του shrinkflation (λιγότερη ποσότητα, ίδια ή και υψηλότερη τιμή) έχει γίνει σχεδόν κανόνας. Πληρώνεις το ίδιο, παίρνεις λιγότερο, και υποτίθεται ότι δεν αυξήθηκε τίποτα. Μια κομψή απάτη.

Τα εισοδήματα, όμως, δεν ακολούθησαν. Οι μισθοί αυξήθηκαν μεν, αλλά με πολύ χαμηλότερο ρυθμό από τις τιμές, με αποτέλεσμα τη διαρκή μείωση της αγοραστικής δύναμης. Κι όμως, η συνολική κατανάλωση δεν καταρρέει όσο θα περίμενε κανείς. Γιατί; Διότι μεγάλο μέρος της παραμένει ανελαστικό.

Τρόφιμα, ενέργεια, βασικές υπηρεσίες δεν μπορείς να τα κόψεις. Εκεί ακριβώς πατάει η αγορά. Στην ανάγκη του πολίτη. Η ελληνική αγορά έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Περιορισμένο ανταγωνισμό, ισχυρούς παίκτες, αλυσίδες που ελέγχουν μεγάλο μέρος της διανομής. Και κυρίως μια κουλτούρα εύκολου κέρδους. Μια κουλτούρα που σε περιόδους κρίσης, αντί να συγκρατείται όπως θα έπρεπε, απελευθερώνεται. Εκεί που άλλοι βλέπουν πρόβλημα, κάποιοι βλέπουν ευκαιρία και την αξιοποιούν.

Η κυβέρνηση προσπαθεί, καθώς γνωρίζει πολύ καλά ότι οι εκλογές κρίνονται στην ακρίβεια και την οικονομία γενικότερα. Ελεγχοι, πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, πρόστιμα, επιδοτήσεις στην ενέργεια, δείχνουν μια προσπάθεια παρέμβασης. Ομως τα αποτελέσματα είναι περιορισμένα και συχνά εξαντλούνται επικοινωνιακά. Οι τιμές δεν υποχωρούν ουσιαστικά και ο καταναλωτής συνεχίζει να πιέζεται.

Θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερα; Πιθανότατα ναι. Πιο αυστηροί έλεγχοι, πιο στοχευμένες παρεμβάσεις, ενίσχυση του ανταγωνισμού, διαφάνεια στην αλυσίδα κόστους. Αυτή την περίοδο ασκούνται πιέσεις στην κυβέρνηση για μείωση του ΦΠΑ και έμμεσων φόρων γενικότερα. Είμαι βέβαιος, όμως, ότι ακόμη και αν εφαρμοστούν, η αγορά θα προσαρμοστεί πιο γρήγορα από το κράτος και θα βάλει στην… τσέπη το όφελος.

Το συμπέρασμα είναι ότι όλα αυτά είναι αναγκαία, αλλά όχι αρκετά. Γιατί υπάρχει μια αλήθεια που δεν λέγεται συχνά. Ο πιο αποτελεσματικός μηχανισμός ελέγχου των τιμών δεν είναι το κράτος. Είναι ο καταναλωτής. Ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης στην πράξη. Για την πρώτη μιλάμε συνεχώς, για τη δεύτερη, σχεδόν ποτέ. Κι όμως, εκεί βρίσκεται η πραγματική δύναμη. Αν ένα προϊόν είναι ακριβό, δεν το αγοράζεις. Τόσο απλά. Το αφήνεις στο ράφι. Επιλέγεις άλλο. Περιμένεις. Αν αυτό γίνει μαζικά, η τιμή θα πέσει. Οχι από καλή θέληση, αλλά από ανάγκη. Γιατί κανένα προϊόν δεν μπορεί να μένει απούλητο επ’ άπειρον.

Καμία επιχείρηση δεν αντέχει χωρίς τζίρο. Κι όμως, τι κάνουμε στην πράξη; Διαμαρτυρόμαστε και αγοράζουμε, γκρινιάζουμε και πληρώνουμε, καταγγέλλουμε και συνεχίζουμε κανονικά. Σαν να μην υπάρχει εναλλακτική, σαν να είναι όλα αναγκαία και αναπόφευκτα.

Υπάρχουν κατηγορίες προϊόντων όπου η επιλογή είναι υπαρκτή. Υπάρχουν προϊόντα που μπορούν να αντικατασταθούν. Υπάρχουν μάρκες που μπορούν να τιμωρηθούν. Κι εκεί ακριβώς πρέπει να μετατοπιστεί η στάση του καταναλωτή. Οχι γενικά και αόριστα, αλλά στοχευμένα, επίμονα, με συνέπεια. Οταν η ακρίβεια παύει να είναι απλώς «αποτέλεσμα κρίσεων» και γίνεται «μηχανισμός αύξησης κερδών», τότε η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο θεσμική. Πρέπει να περάσει στα χέρια του καταναλωτή και να γίνει συλλογική.

Η πραγματική πίεση στην αγορά δεν ασκείται με δηλώσεις. Ασκείται στο ταμείο, εκεί όπου αποφασίζεται τι αξίζει και τι όχι. Εκεί όπου διαμορφώνονται οι τιμές στην πράξη, εκεί όπου ο καταναλωτής έχει δύναμη, αρκεί να τη χρησιμοποιήσει. Χρειάζεται αλλαγή συμπεριφοράς και συνειδητή κατανάλωση. Επιλογές με κριτήριο την τιμή και όχι τη συνήθεια. Αποχή από προϊόντα που θεωρούνται υπερτιμημένα. Μικρές καθημερινές αποφάσεις που, αν γίνουν συλλογικές, μετατρέπονται σε ισχυρό μήνυμα. Ακριβό προϊόν που μένει στο ράφι παύει να είναι ακριβό. Και αυτή είναι μια μορφή «νόμου» που δεν χρειάζεται να ψηφιστεί στη Βουλή. Χρειάζεται μόνο να την αποφασίσει ο πολίτης.

Exit mobile version