Σύμφωνα με τον Δείκτη Κινδύνου Ενεργειακής και Κλιματικής Ασφάλειας (ECSRI) του Center for the Study of Democracy (CSD, 2023), ήδη από το 2021, πριν δηλαδή την πλήρη κλιμάκωση της κρίσης, η Ελλάδα είχε ξεπεράσει τη Βουλγαρία ως η πλέον ευάλωτη χώρα της περιοχής ως προς την ασφάλεια εισαγωγών φυσικού αερίου, παρότι διέθετε πιο διαφοροποιημένο μείγμα εισαγωγών.
Πιο συγκεκριμένα, το αέριο της πρωτογενούς ενεργειακής κατανάλωσης της χώρας αντιστοιχούσε σε άνω του 25%, έναντι του κάτω από 15% στη Βουλγαρία αντίστοιχα. Εξετάζοντας το έτος 2026, η Ελλάδα (EL) έχει αρχίσει να επενδύει στην αναδιοργάνωση του ενεργειακού της χαρτοφυλακίου, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από το φυσικό αέριο.
Όπως αποτυπώνεται στο διάγραμμα Figure 1.8, η Ελλάδα κατέχει το υψηλότερο συνολικό ποσοστό τραπεζικού δανεισμού προς μη χρηματοπιστωτικούς φορείς στην Ευρωζώνη (κοντά στο 48%). Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η χώρα καταγράφει την υψηλότερη έκθεση σε ενεργοβόρους κλάδους (energy-intensive), με το μερίδιο των σχετικών δανείων (μπλε ένδειξη) να προσεγγίζει το 17,5%.
Ωστόσο, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL ratio) στον συγκεκριμένο ενεργοβόρο τομέα παραμένει για την ώρα σε χαμηλά επίπεδα (περίπου στο 1,7%, ροζ ρόμβος).
Επομένως, η υψηλή εξάρτηση της χώρας από εισαγόμενο φυσικό αέριο δεν αποτελεί μόνο ζήτημα ενεργειακής ασφάλειας, αλλά μεταφράζεται και σε αυξημένο μακροχρηματοπιστωτικό κίνδυνο.
Η παραπάνω ευαλωτότητα αποκτά ακόμα πιο ουσιαστικές διαστάσεις υπό το πρίσμα της πρόσφατης αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) να επεκτείνει τον συντελεστή κλιματικού κινδύνου (climate factor) στα εταιρικά δάνεια (corporate credit claims).
Μέχρι πρότινος, ο συντελεστής αυτός εφαρμόζεται μόνο στα εταιρικά ομόλογα (που αποτελούσαν μόλις το 2% των ενέχυρων/collateral). Η επέκτασή του στα εταιρικά δάνεια, τα οποία καλύπτουν πλέον το 29% των ενέχυρων που προσκομίζουν οι τράπεζες στην ΕΚΤ για άντληση ρευστότητας, αλλάζει τις ισορροπίες και τους κανόνες του παιχνιδιού.
Η συνακόλουθη μείωση της αξίας των ενέχυρων (Haircuts) παρουσιάζει υψηλό κίνδυνο μετάβασης (transition risk) στα δάνεια των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα σε τομείς όπως οι ενεργοβόροι τομείς όπου οι ελληνικές τράπεζες έχουν την υψηλότερη έκθεση στην Ευρωζώνη (17,5%), καθώς θα λαμβάνουν χαμηλότερη αξία αποτίμησης ως ενέχυρα. Αυτό καθιστά τη χρηματοδότηση των τραπεζών από την ΕΚΤ ακριβότερη ή πιο περιοριστική, εφόσον διακρατούν τέτοια χαρτοφυλάκια. Λόγω αυτού του κινδύνου,θα παρουσιαστεί αύξηση του κόστους δανεισμού, διότι οι ελληνικες τράπεζες για να προστατεύσουν τον ισολογισμό τους, θα αναγκαστούν να αυξήσουν το κόστος δανεισμού ή να θέσουν αυστηρότερα κριτήρια ESG για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις. Δεδομένων των συνθηκών, θα προκληθούν επιπτώσεις στο δείκτη Green Asset Ratio (GAR) και στα NPLs.
Η εξέλιξη αυτή πιέζει διπλά το τραπεζικό σύστημα καθώς η υψηλή συγκέντρωση δανείων σε ενεργοβόρους κλάδους, καθηλώνει τον δείκτη GAR των ελληνικών τραπεζών σε χαμηλά επίπεδα, καθώς ένα μεγάλο μέρος του ενεργητικού τους παραμένει ταξινομημένο ως «μη πράσινο» (non-aligned) βάσει του EU Taxonomy.
Όσον αφορά τους πιστωτικούς κινδύνους (NPLs), παρότι ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ενεργοβόρους τομείς παραμένει χαμηλός (~1,7%), ένα παρατεταμένο σοκ στις τιμές των ενεργειακών αγορών, σε συνδυασμό με την αυστηρότερη μεταχείριση των δανείων αυτών από την ΕΚΤ, μπορεί να πυροδοτήσει νέο κύμα αθετήσεων (defaults) και να δημιουργήσει σοβαρές πιέσεις στη ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών, καθώς τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν δοθεί ως ασφάλεια για ένα δάνειο, θα χάσουν σημαντικό μέρος της αξίας τους.
*Παναγιώτης Σταυρόπουλος, Δίκτυο Ενεργειακής Πολιτικής Energy Policy Network