Ο Μητσοτάκης μπορούσε να πάει σε εκλογές νωρίτερα. Δεν πήγε. Στη ΔΕΘ έκλεισε οριστικά το παράθυρο των πρόωρων εκλογών και έδειξε άνοιξη του 2027. Από τότε έχουν περάσει μόλις λίγες εβδομάδες και η πολιτική αγορά έχει ήδη αρχίσει να ξεκαθαρίζει λογαριασμούς. O Τσίπρας έχασε την ορμή της εκκίνησης, η Καρυστιανού υποχωρεί απότομα, το ΠΑΣΟΚ κινείται αλλά δεν απογειώνεται, ο Σαμαράς ακόμη περιμένει, η Κωνσταντοπούλου κρατιέται χωρίς την παλαιότερη δυναμική της.
Μέχρι στιγμής, αυτός ο χρόνος φαίνεται να κάνει καλό στον Μητσοτάκη και κακό σε όλους τους άλλους. Πρώτο θύμα ο Αλέξης Τσίπρας, που δημιούργησε προσδοκία, ανακάτεψε την τράπουλα της αντιπολίτευσης και έδωσε γρήγορα στην ΕΛΑΣ τη δεύτερη θέση. Μετά την πρώτη έκρηξη, ήρθε η δυσκολότερη φάση. Τα καινούρια στελέχη δεν έχουν μέχρι τώρα αποκτήσει το ειδικό βάρος που θα επέτρεπε στο εγχείρημα να πάψει να είναι κόμμα ενός προσώπου. Η νέα πολιτική πρόταση δυσκολεύεται να γίνει τόσο ευδιάκριτη όσο το όνομα του αρχηγού της. Και ο ίδιος ο Τσίπρας επιστρέφει σε σκληρά διλήμματα, όπως το «ή εμείς ή κανείς», που μπορεί να συσπειρώνουν, αλλά δυσκολεύουν την προσπάθεια να παρουσιαστεί ως φορέας μιας πραγματικά νέας αρχής.
Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική. Πριν από λίγους μήνες εμφανιζόταν ακόμη και ως διεκδικήτρια της δεύτερης θέσης. Σήμερα οι μετρήσεις την τοποθετούν πολύ χαμηλότερα. Η μεταβολή είναι εντυπωσιακή. Από το ερώτημα εάν μπορεί να ανατρέψει το πολιτικό σύστημα, στο ερώτημα εάν θα περάσει το κατώφλι της Βουλής.
Το ΠΑΣΟΚ δεν εξαφανίζεται, δεν καταρρέει, και σε ορισμένες τελευταίες μετρήσεις μάλιστα κερδίζει έδαφος. Oμως παραμένει για μεγάλο διάστημα εγκλωβισμένο στην ίδια βασική απορία. Πώς θα μετατρέψει την αντοχή σε δυναμική. Εάν οι εκλογές γίνουν τον Απρίλιο, πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να ξεκολλήσει τη βελόνα, πράγμα δύσκολο.
Και μετά είναι ο Αντώνης Σαμαράς. Βλέπει τι έπαθαν όσοι μπήκαν νωρίς στο γήπεδο και καθυστερεί. Oσο δεν ανακοινώνει κόμμα, δεν χρειάζεται να παρουσιάσει ψηφοδέλτια, πρόγραμμα, συμμαχίες και απαντήσεις. Κυρίως, δεν μετριέται ως πραγματικό κόμμα και επομένως δεν φθείρεται ως πραγματικό κόμμα. Eχει όμως και η αναμονή ημερομηνία λήξης. Μια ανακοίνωση στην τελευταία στροφή πριν από τις κάλπες μπορεί να προκαλέσει πολιτικό αιφνιδιασμό και να πιέσει τη Ν.Δ. από τα δεξιά. Μπορεί όμως εξίσου να αποδειχθεί ότι ήρθε πολύ αργά για να αποκτήσει οργανωτική και εκλογική διείσδυση. Η αναβολή προστατεύει ένα πολιτικό προϊόν όσο παραμένει προσδοκία. Δεν εγγυάται τι θα συμβεί όταν βγει στο ράφι.
Μέχρι εδώ, λοιπόν, η απόφαση Μητσοτάκη να περιμένει μοιάζει σωστή για τον ίδιο και χρήσιμη για την κυβέρνηση. Μόνο που ο χρόνος δεν φθείρει αποκλειστικά τους άλλους. Μέσα στη Ν.Δ. υπάρχει πλέον εμφανής νευρικότητα. Βουλευτές παρεμβαίνουν, υπουργοί διαφοροποιούνται, προσωπικές στρατηγικές γίνονται περισσότερο ορατές, οι αιχμές πολλαπλασιάζονται. Η Ντόρα Μπακογιάννη μιλά για συμπεριφορές υπουργών, βουλευτές ανοίγουν θέμα ΕΦΚ στα καύσιμα και το Μαξίμου αναγκάζεται να επαναφέρει την κυβερνητική γραμμή, ο Σπύρος Κουλκουδίνας προκαλεί όσους δεν έχουν χρήματα για βενζίνη, ενώ ακόμη και το επεισόδιο με τη φράση του Aδωνη Γεωργιάδη περί «μπάφου» προς δημοσιογράφο γίνεται μέρος μιας ευρύτερης εικόνας έντασης. Δεν είναι όλα αυτά ίσης σημασίας, είναι όμως συμπτώματα του ίδιου φαινομένου. Οταν ένα κόμμα κυβερνά από το 2019 και μπαίνει στην τελική ευθεία για μια τρίτη θητεία, όλοι αρχίζουν να μετρούν θέσεις, σταυρούς, συσχετισμούς και την επόμενη μέρα. Θα αντέξει η κυβέρνηση τόσους μήνες;
Πάνω απ’ όλα, όμως, υπάρχει ο άγνωστος Χ. Δηλαδή ο πολίτης που δεν μπορεί να φτάσει στην κάλπη του Απριλίου με το πορτοφόλι του Σεπτεμβρίου. Μεσολαβεί ένας ολόκληρος χειμώνας. Ενέργεια, καύσιμα, στέγη, σούπερ μάρκετ, χαμηλό εισόδημα. Σήμερα η ακρίβεια παραμένει από τα ισχυρότερα προβλήματα που καταγράφουν οι έρευνες. Και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει από τώρα πώς θα αισθάνεται ένα νοικοκυριό όταν κλείσει ο χειμερινός λογαριασμός.
Ο Μητσοτάκης επέλεξε να μην πάει το φθινόπωρο σε εκλογές, αλλά αποφάσισε να περιμένει. Μέχρι στιγμής βλέπει με χαρά αρκετούς αντιπάλους του να δυσκολεύονται να αντέξουν τη μεγάλη απόσταση. Εχει απέναντί του μια αντιπολίτευση κατακερματισμένη, νέους σχηματισμούς που χάνουν τη λάμψη του καινούριου και επίδοξους παίκτες που ακόμη δεν έχουν αποφασίσει πότε ακριβώς θα μπουν στο γήπεδο. Εχει όμως μπροστά του και έξι μήνες κατά τους οποίους μπορεί να συμβεί σχεδόν οτιδήποτε.
Γι‘ αυτό το ερώτημα δεν είναι αν σήμερα ο Μητσοτάκης εμφανίζεται ανθεκτικότερος από τους αντιπάλους του. Το ερώτημα είναι αν έχει δυνάμεις, εφεδρείες και καθαρό σχέδιο για τους μήνες που απομένουν. Ή αν, αρνούμενος μια κάλπη το φθινόπωρο, έκανε ένα πολιτικό λάθος που θα φανεί μόνο όταν θα είναι αργά για να διορθωθεί.