Ποια είναι τα θεμελιώδη επιτεύγματα της Μεταπολίτευσης; Πρώτον, η νομιμοποίηση του ΚΚΕ από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, μόλις 25 χρόνια από τη λήξη του Εμφυλίου και δεύτερον, η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, από τον Ανδρέα Παπανδρέου, το 1982.
Ασφαλώς, το δυσκολότερο πολιτικά ήταν αρχικά η νομιμοποίηση του ΚΚΕ από τον Καραμανλή: όταν το αποφάσισε, ο Στρατός ελεγχόταν ακόμα από τους χουντικούς και ο Καραμανλής ήταν υποχρεωμένος να κοιμάται αλλού κάθε βράδυ, υπό τον φόβο κάποιου νέου πραξικοπήματος. Απέκτησε ορκισμένους εχθρούς εκείνη την εποχή, επειδή τάχα είπε ότι «η Κύπρος κείται μακράν», αλλά έσωσε την τιμή του έθνους φεύγοντας για ένα διάστημα από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου ολοκλήρωσε την κίνηση του Καραμανλή με την ιστορική πρωτοβουλία να αναγνωρίσει την Εθνική Αντίσταση, τόσο του ΕΔΕΣ, όσο και του ΕΛΑΣ, που ήταν και το μεγάλο ζητούμενο. Και έτσι η Ελλάδα έσβησε τα τραύματα του Εμφυλίου και πορεύτηκε μέσα από καλές ημέρες, αλλά και από θύελλες.
Τόσο στις καλές ημέρες, όσο και στις θύελλες, ήταν ένα το κρατούμενο: ο διχασμός του Εμφυλίου είχε τελειώσει, ο Βαφειάδης είχε αγκαλιάσει τον Τσακαλώτο και η χώρα προχωρούσε μπροστά. Το βιοτικό επίπεδο ανέβαινε ραγδαία, είτε με τα ΜΟΠ, είτε στη συνέχεια με τα ΕΣΠΑ.
Μετά, ήλθε η κρίση που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ το 2008 και χωρίς να το καταλάβουμε, μπήκαμε στα Μνημόνια. Ο καθένας έχει την άποψή του για το πώς μπήκαμε, για το ποιος φταίει, για το τι θα μπορούσε να γίνει ώστε να αποφύγουμε το πικρό ποτήρι. Σήμερα, 16 χρόνια μετά το πρώτο Μνημόνιο, που έσκασε στα χέρια του Γιώργου Παπανδρέου, ζούμε σε μία άλλη Ελλάδα, που δεν έχει καμία σχέση με την Ελλάδα του 2009 και του 2010. Θα ήταν εύκολο να πει κανείς ότι η χώρα δεν έχει επίσης καμία σχέση με την Ελλάδα του 2012, όταν στις εκλογές του Μαΐου εκείνης της χρονιάς, το πρώτο κόμμα, δηλαδή η ΝΔ, είχε λάβει ένα ποσοστό γύρω στο 18%.
Εκείνη την εποχή, οι βουλευτές δραπέτευαν από τον Εθνικό Κήπο μετά από τις ψηφοφορίες στη Βουλή – και ένα οργισμένο πλήθος ήταν έτοιμο να τους κατασπαράξει. Σήμερα, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά, αλλά ξαφνικά, μοιάζουν ίδια και ακόμα χειρότερα από εκείνες τις παράξενες εποχές του 2011-2012: τότε ήταν τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ που κινδύνευαν σε κάθε κοινωνική εμφάνιση, σήμερα είναι τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, που καταδιώκονται από ανθρώπους του περιθωρίου που θεωρούν τους εαυτούς τους ως αντιπροσώπους του γενικού καλού.
Το έγκλημα της Θεσσαλονίκης πρέπει να διαλευκανθεί άμεσα. Δεν είναι μόνο θέμα τιμής για την Ελληνική Αστυνομία. Πρέπει λοιπόν να διαλευκανθεί άμεσα και στη συνέχεια η Δικαιοσύνη να δώσει το δικό της μήνυμα, ότι η Ελλάδα δεν είναι διατεθειμένη να γυρίσει πίσω, στην περίοδο του Εμφυλίου, αθωώνοντας δωσίλογους και εκτελώντας αθώους. Μας πήρε χρόνια να απαλλαγούμε από την Χρυσή Αυγή και δεν πρέπει να μας πάρει άλλα τόσα για να απαλλαγούμε από το Χρυσό Ηλιοβασίλεμα των μαυροφορεμένων δήθεν αναρχικών.
Όμως, το έγκλημα της Θεσσαλονίκης δεν μπορεί να είναι το άλλοθι για κανέναν που θέλει να γυρίσει τη χώρα στις μετεμφυλιακές εποχές: οι αναφορές του γραμματέα της ΝΔ στην «Αριστερά» που τάχα χειροκροτεί τα εγκλήματα δημιουργούν ένα κλίμα εμφυλιακό που δεν το αντέχει, ούτε το χρειάζεται η Ελλάδα. Και κυρίως, δεν το χρειάζεται η Νέα Δημοκρατία, που επιχειρεί να μιλήσει για το 2030, όχι για το 1949. Ας πάρει παράδειγμα από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή της μεταπολίτευσης και όχι από τους ανθρώπους που έβλεπαν παντού κομμουνιστικό κίνδυνο. Ας πάρει παράδειγμα από την μνημειώδη παρέμβαση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ελάχιστες ώρες μετά τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη, όταν έλεγε στη Βουλή, με δάκρυα στα μάτια ότι «πρέπει όλοι μαζί να προστατεύσουμε τη δημοκρατία μας», ευχόμενος εν μέσω διακομματικών χειροκροτημάτων να είναι το αίμα του «το τελευταίο που χύνεται άδικα σε τούτο τον τόπο». Σε κάθε περίπτωση, ο κίνδυνος είναι μέσα μας…