Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια περίοδο όπου η αβεβαιότητα δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μια προσωρινή παρένθεση, αλλά ως μια νέα κανονικότητα. Το ενεργειακό σοκ από τη Μέση Ανατολή και το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ δεν επηρεάζουν μόνο το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Αλλάζουν συνολικά τον τρόπο με τον οποίο κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και κοινωνίες αντιλαμβάνονται την οικονομία και το μέλλον.
Για πρώτη φορά έπειτα από χρόνια, στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες κυριαρχεί ο φόβος ότι η ενεργειακή κρίση δεν θα τελειώσει σύντομα. Και μαζί επιστρέφει μια πολιτικά δύσκολη συζήτηση: αν οι κοινωνίες καλούνται πλέον να μάθουν να ζουν μόνιμα με υψηλές τιμές, ακριβή ενέργεια και χαμηλότερη αγοραστική δύναμη.
Η ακρίβεια έχει ήδη εξελιχθεί σε παγκόσμιο φαινόμενο, όμως δεν πλήττει όλες τις οικονομίες το ίδιο. Χώρες με ισχυρότερα δημοσιονομικά περιθώρια και μεγαλύτερη παραγωγική αυτάρκεια αντέχουν περισσότερο. Άλλες, όπως η Ελλάδα, κουβαλούν ακόμη τις πληγές της προηγούμενης δεκαετίας, πάνω στις οποίες προστέθηκαν η πανδημία, ο πόλεμος στην Ουκρανία και τώρα η νέα γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή. Το αποτέλεσμα είναι ότι μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών κοινωνιών αισθάνεται εγκλωβισμένο σε μια αδιάκοπη ακολουθία κρίσεων. Και αυτό αρχίζει να αλλάζει και την ίδια την πολιτική συζήτηση στην Ευρώπη.
Πίσω από τις δημόσιες αναφορές σε «στοχευμένες παρεμβάσεις» και «δημοσιονομική υπευθυνότητα», οι κυβερνήσεις προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα σε δύο αντίθετες πιέσεις: από τη μία τη διαρκή κοινωνική απαίτηση για νέα μέτρα στήριξης απέναντι στην ακρίβεια και από την άλλη τον φόβο ότι οι μεγάλες κρατικές παρεμβάσεις θα επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά και το κόστος δανεισμού.
Η εποχή του φθηνού χρήματος έχει τελειώσει και οι αποδόσεις των ομολόγων υπενθυμίζουν στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ότι οι δημοσιονομικές αντοχές δεν είναι ανεξάντλητες. Την ίδια στιγμή, αυξάνονται παράλληλα οι ενεργειακές δαπάνες, οι αμυντικές ανάγκες και το κόστος στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι παρεμβάσεις διεθνών οργανισμών αποκτούν και πολιτική διάσταση. Η Citi θεωρεί ότι η Ευρωζώνη θα χρειαστεί μεγαλύτερη δημοσιονομική χαλάρωση για να απορροφήσει το ενεργειακό σοκ, ενώ η Fitch προειδοποιεί ότι τα γενικευμένα μέτρα στήριξης μπορεί να επιβαρύνουν σοβαρά τα δημόσια οικονομικά αν η κρίση αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα. Την ίδια στιγμή, το Bruegel υποστηρίζει ότι η Ευρώπη συνεχίζει να ξοδεύει δισεκατομμύρια για να απορροφά προσωρινά την κρίση αντί να αλλάζει ουσιαστικά τη δομή της ενεργειακής αγοράς της.
Το βαθύτερο ερώτημα όμως παραμένει κοινωνικό και πολιτικό: μπορεί μια κοινωνία να συνηθίσει να ζει μόνιμα με την ακρίβεια;
Στην Ελλάδα το ερώτημα αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος. Οι πολίτες ακούνε εδώ και χρόνια ότι κάθε κρίση είναι προσωρινή, όμως βλέπουν ότι η μία διαδέχεται την άλλη χωρίς να επανέρχεται ποτέ πραγματικά η προηγούμενη ισορροπία. Και ίσως εκεί βρίσκεται πλέον ο μεγαλύτερος φόβος όλων των κυβερνήσεων: όχι μόνο στην οικονομική πίεση, αλλά στο ενδεχόμενο οι κοινωνίες να αρχίσουν να θεωρούν τη μόνιμη ακρίβεια ως το νέο φυσιολογικό.
Σκεφτείτε όλη αυτή τη συνθήκη υπό ακυβερνησία στη χώρα, έπειτα από τις επόμενες εκλογές – όποτε κι αν αυτές γίνουν. Και σας το γράφω με βαθύ πόνο, αυτό που δεν θέλω να ακούσω ποτέ ξανά στη ζωή μου είναι το «οι επόμενες εβδομάδες θα είναι δύσκολες»…